Η νεράιδα Ονειρομέλια πετούσε απαλά πάνω από τα σύννεφα ένα ήσυχο βράδυ, όταν παρατήρησε πως ένα από τα πιο αφράτα σύννεφα του ουρανού είχε χάσει τη λάμψη του.
«Περίεργο…» είπε. «Το Σύννεφο των Ονείρων είναι τόσο σκοτεινό σήμερα.»
Πλησίασε και άκουσε ένα μικρό συννεφάκι να αναστενάζει.
«Τι συμβαίνει;» το ρώτησε η Ονειρομέλια.
«Τα όνειρα των παιδιών δεν φτάνουν πια μέχρι εδώ», απάντησε το συννεφάκι. «Και χωρίς όνειρα, το σύννεφό μας χάνει τα χρώματά του.»
Η Ονειρομέλια αποφάσισε να ανακαλύψει τι είχε συμβεί.
Πήρε το ασημένιο της ραβδί και ξεκίνησε το ταξίδι της.
Πέρασε πάνω από τα βουνά, τις λίμνες και τα δάση.
Καθώς πετούσε, άκουσε ένα μικρό αστέρι να τραγουδά μόνο του.
«Γιατί είσαι μόνο;» το ρώτησε.
«Κανείς δεν μου ζητά πια να φωτίζω τα όνειρα των παιδιών», είπε το αστεράκι.
Η Ονειρομέλια χαμογέλασε.
«Έλα μαζί μου. Έχουμε μια αποστολή.»
Λίγο αργότερα συνάντησαν το φεγγάρι.
«Ξέρεις τι συμβαίνει;» το ρώτησε η νεράιδα.
Το φεγγάρι χαμογέλασε.
«Τα παιδιά δεν σταμάτησαν να ονειρεύονται. Απλώς χρειάζονται κάποιον να τους θυμίσει πως τα όνειρα δεν χάνονται ποτέ.»
Έτσι η Ονειρομέλια άρχισε να σκορπά μικρές χρυσές σκόνες πάνω από τον κόσμο.
Και τότε συνέβη κάτι μαγικό.
Ένα παιδί ονειρεύτηκε ότι θα γίνει εξερευνητής.
Ένα άλλο ότι θα γίνει ζωγράφος.
Ένα τρίτο ονειρεύτηκε ότι θα ταξιδέψει στα αστέρια.
Και κάθε φορά που γεννιόταν ένα καινούριο όνειρο, το Σύννεφο των Ονείρων γινόταν πιο φωτεινό.
Σύντομα, ολόκληρος ο ουρανός γέμισε χρώματα.
Τα αστέρια έλαμπαν.
Το φεγγάρι χαμογελούσε.
Και η Ονειρομέλια πετούσε χαρούμενη ανάμεσα στα σύννεφα.
«Τα όνειρα είναι σαν τα αστέρια», είπε.
«Ακόμη κι όταν δεν τα βλέπουμε, είναι πάντα εκεί και μας περιμένουν.»
Και από εκείνη τη νύχτα, κάθε φορά που ένα παιδί αποκοιμιόταν με ένα όμορφο όνειρο, ένα μικρό χρυσό αστεράκι εμφανιζόταν στον ουρανό για να το φυλάει μέχρι το πρωί.
