Η Νεράιδα Κλαούντια πετούσε χαρούμενη ανάμεσα στα σύννεφα ένα γλυκό καλοκαιρινό απόγευμα, όταν είδε ένα ουράνιο τόξο να εμφανίζεται πάνω από την Κοιλάδα των Λουλουδιών.
«Τι όμορφη μέρα!» είπε χαμογελώντας.
Εκείνη τη μέρα ήταν ξεχωριστή.
Το βράδυ θα γινόταν η μεγάλη Γιορτή των Αστερόσκονων, μια γιορτή που γινόταν μόνο μία φορά τον χρόνο.
Η Κλαούντια φόρεσε το λαμπερό της φόρεμα, στόλισε τα φτερά της με μικρά λουλούδια και ξεκίνησε για την κοιλάδα.
Όταν έφτασε, όλα ήταν πανέμορφα.
Χιλιάδες πολύχρωμα φαναράκια κρέμονταν από τα δέντρα.
Οι πεταλούδες πετούσαν ανάμεσα στα λουλούδια.
Μικρά σύννεφα είχαν πάρει σχήμα καρδιάς και έπλεαν στον ουρανό.
Καθώς πλησίαζε το βράδυ, οι νεράιδες άρχισαν να χορεύουν κάτω από το φως του φεγγαριού.
Η Κλαούντια αγαπούσε πολύ τον χορό.
Γύριζε χαρούμενη ανάμεσα στα λουλούδια και σκόρπιζε χρυσή αστερόσκονη στον αέρα.
Ξαφνικά, εμφανίστηκαν χιλιάδες πυγολαμπίδες.
Ολόκληρη η κοιλάδα άρχισε να λάμπει σαν να είχε γεμίσει μικρά αστέρια.
Η μουσική ξεκίνησε και όλοι χόρευαν κάτω από τον έναστρο ουρανό.
Αργότερα, η Κλαούντια κάθισε πάνω σε ένα σύννεφο και παρατηρούσε το φεγγάρι να καθρεφτίζεται στη λίμνη.
«Αυτές είναι οι στιγμές που κάνουν κάθε μέρα ξεχωριστή», είπε χαμογελώντας.
Όταν ξημέρωσε, οι πρώτες ακτίνες του ήλιου φώτισαν την κοιλάδα.
Η Νεράιδα Κλαούντια άνοιξε τα φτερά της και πέταξε ξανά προς τα σύννεφα, κρατώντας στην καρδιά της τη χαρά της όμορφης γιορτής.
Και από εκείνη την ημέρα, κάθε φορά που έβλεπε πυγολαμπίδες να φωτίζουν τη νύχτα, θυμόταν τη μαγική Γιορτή των Αστερόσκονων και χαμογελούσε.
