Η Λούση ήταν μια περίεργη γατούλα που λάτρευε να εξερευνά κάθε γωνιά του σπιτιού. Δεν της άρεσε να μένει πολλή ώρα στο ίδιο μέρος. Πάντα πίστευε πως πίσω από κάθε πόρτα υπήρχε κάτι καινούριο να ανακαλύψει.
Ένα απόγευμα παρατήρησε μια μικρή ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στη σοφίτα. Μέχρι τότε δεν είχε ανέβει ποτέ εκεί.
Ανέβηκε προσεκτικά τα σκαλοπάτια και έσπρωξε απαλά την πόρτα.
Η σοφίτα ήταν γεμάτη παλιά αντικείμενα. Υπήρχαν ξύλινα μπαούλα, μεγάλα ρολόγια, καρέκλες, βαλίτσες και βιβλία τοποθετημένα σε ψηλά ράφια.
Η Λούση περπατούσε αργά, κοιτάζοντας τα πάντα γύρω της.
Ξαφνικά, μια λεπτή ηλιαχτίδα πέρασε από το μικρό στρογγυλό παράθυρο της στέγης και φώτισε ένα παλιό τηλεσκόπιο.
Η Λούση πλησίασε γεμάτη περιέργεια.
Στάθηκε στις πίσω πατούσες της και κοίταξε μέσα από τον φακό.
Από εκεί μπορούσε να δει τις κεραμοσκεπές των σπιτιών, τα δέντρα της γειτονιάς και μακριά τους λόφους που αγκάλιαζαν την πόλη.
Έμεινε αρκετή ώρα παρατηρώντας το τοπίο.
Καθώς ο ήλιος πλησίαζε στη δύση του, το φως μέσα στη σοφίτα άλλαζε συνεχώς. Οι σκιές των παλιών αντικειμένων γίνονταν μεγαλύτερες και ο χώρος αποκτούσε μια ξεχωριστή γαλήνη.
Η Λούση ανέβηκε στο περβάζι του μικρού παραθύρου και κάθισε εκεί για λίγο.
Έξω, ο ουρανός είχε γεμίσει με ζεστές αποχρώσεις και ένα απαλό αεράκι κουνούσε τις κορυφές των δέντρων.
Όταν άρχισε να νυχτώνει, κατέβηκε αργά τη σκάλα και γύρισε στο αγαπημένο της σημείο μέσα στο σπίτι.
Πριν κλείσει τα μάτια της για να ξεκουραστεί, σκέφτηκε τη σοφίτα και όλα όσα είχε ανακαλύψει.
Ήξερε πως, ακόμη και μέσα σε ένα σπίτι, υπήρχαν μικρές γωνιές γεμάτες ιστορίες που περίμεναν κάποιον να τις εξερευνήσει.
