Η Μπουμπού ήταν ένα χαριτωμένο λευκό κανίς που είχε πάντα καλή διάθεση. Της άρεσε να κάνει βόλτες, να παρατηρεί τον κόσμο γύρω της και να ανακαλύπτει νέα μέρη.
Ένα ηλιόλουστο πρωινό, ο ιδιοκτήτης της την πήγε σε ένα μεγάλο πάρκο που επισκεπτόταν για πρώτη φορά.
Μόλις πέρασαν την ξύλινη πύλη, η Μπουμπού άρχισε να κοιτάζει γύρω της με περιέργεια.
Υπήρχαν μεγάλα δέντρα που πρόσφεραν δροσερή σκιά, πλακόστρωτα μονοπάτια και μικρά παγκάκια κάτω από τις φυλλωσιές.
Η Μπουμπού περπατούσε χαρούμενα, κουνώντας την αφράτη ουρά της.
Σε λίγο έφτασε σε μια μικρή γέφυρα που περνούσε πάνω από ένα ρυάκι. Στάθηκε για λίγο και παρακολούθησε το νερό να κυλά ανάμεσα στις πέτρες.
Ο ήχος του ήταν τόσο ήρεμος, που δεν ήθελε να φύγει.
Στη συνέχεια ακολούθησε ένα μονοπάτι που οδηγούσε σε έναν μεγάλο ανθόκηπο. Εκεί υπήρχαν τριανταφυλλιές, λεβάντες και γιασεμιά που μοσχοβολούσαν.
Η Μπουμπού μύρισε τα λουλούδια και συνέχισε τη βόλτα της.
Λίγο πιο πέρα υπήρχε ένα μεγάλο ξύλινο κιόσκι. Κάθισε για λίγο στη σκιά του και παρατηρούσε τα φύλλα των δέντρων που κινούνταν απαλά.
Όταν ο ήλιος άρχισε να χαμηλώνει, το πάρκο απέκτησε μια ξεχωριστή ηρεμία.
Η Μπουμπού έκανε μια τελευταία βόλτα στα μονοπάτια και ύστερα πήρε τον δρόμο της επιστροφής.
Πριν φύγει, γύρισε το κεφάλι της και κοίταξε για μία ακόμη φορά το όμορφο πάρκο.
Ήξερε πως σύντομα θα επέστρεφε, γιατί κάθε βόλτα εκεί της χάριζε νέες εικόνες και όμορφες στιγμές που δεν ξεχνιούνται.
