Το μικρό Συννεφάκι ξύπνησε ένα δροσερό πρωινό και άρχισε να ταξιδεύει αργά πάνω από βουνά, δάση και γαλάζιες λίμνες.
Καθώς χόρευε στον ουρανό, ένιωσε ένα απαλό αεράκι να το σπρώχνει προς μια κατεύθυνση που δεν είχε ακολουθήσει ποτέ.
Μπροστά του αιωρούνταν ένας μικρός χάρτινος ανεμόμυλος.
Οι φτερωτές του γύριζαν χωρίς να φυσάει.
Πάνω του ήταν δεμένη μια κορδέλα που έγραφε:
«Εργαστήριο των Ταξιδιάρικων Ανέμων – Μόνο τα πιο περίεργα συννεφάκια μπορούν να μας βρουν.»
Το Συννεφάκι πλησίασε.
Μόλις άγγιξε τον ανεμόμυλο, ένας ασημένιος άνεμος το σήκωσε απαλά ακόμη πιο ψηλά.
Λίγα λεπτά αργότερα έφτασε σε ένα τεράστιο εργαστήριο που αιωρούνταν πάνω από όλα τα σύννεφα.
Τεράστιοι ανεμόμυλοι γύριζαν αθόρυβα, γυάλινοι σωλήνες μετέφεραν πολύχρωμα αεράκια και μικρά σύννεφα εργάζονταν χαμογελαστά.
Στην είσοδο το υποδέχθηκε ένας χαρταετός με χρυσή ουρά.
«Καλώς ήρθες! Εδώ δημιουργούμε όλους τους ανέμους που ταξιδεύουν στον κόσμο.»
Η πρώτη αίθουσα ονομαζόταν Το Εργαστήριο των Απαλών Ανεμών.
Εκατοντάδες γυάλινες σφαίρες περιείχαν διαφορετικά αεράκια.
Άλλα δρόσιζαν τα δέντρα.
Άλλα βοηθούσαν τα ιστιοφόρα να ταξιδεύουν.
Άλλα σκόρπιζαν τους σπόρους των λουλουδιών.
Το Συννεφάκι δοκίμασε να ενώσει δύο απαλούς ανέμους.
Αμέσως δημιουργήθηκε ένα δροσερό αεράκι που έκανε τα φύλλα να χορεύουν απαλά.
«Οι πιο όμορφοι άνεμοι είναι εκείνοι που βοηθούν τη φύση να συνεχίζει το ταξίδι της», είπε ο χαρταετός.
Στη συνέχεια πέρασαν στην Αίθουσα των Πετώντων Πραγμάτων.
Εκεί πετούσαν χαρταετοί, πολύχρωμα φύλλα, σαπουνόφουσκες και μικροί ανεμόμυλοι.
Το Συννεφάκι έπρεπε να φυσήξει τόσο όσο χρειαζόταν για να συνεχίσουν όλοι το ταξίδι τους χωρίς να χαθούν.
Με προσοχή και υπομονή κατάφερε να οδηγήσει κάθε μικρό ταξιδιώτη στον σωστό προορισμό.
Ο χαρταετός χαμογέλασε.
«Η δύναμη γίνεται πραγματικά χρήσιμη όταν συνοδεύεται από προσοχή.»
Η τελευταία στάση ήταν η πιο μαγική.
Πάνω από μια μεγάλη γυάλινη πόρτα έγραφε:
«Το Παρατηρητήριο των Πρώτων Ταξιδιών.»
Στο κέντρο υπήρχε ένας τεράστιος κρυστάλλινος ανεμόμυλος.
Κάθε φορά που γύριζε, έδειχνε κάτι διαφορετικό.
Ένα πουλάκι που έκανε την πρώτη του πτήση.
Ένα αερόστατο που απογειωνόταν.
Έναν χαρταετό που ανέβαινε ψηλά στον ουρανό.
Ένα μικρό σποράκι που ταξίδευε με τον άνεμο για να βρει το νέο του σπίτι.
Το Συννεφάκι παρακολουθούσε μαγεμένο.
«Όλα τα μεγάλα ταξίδια», είπε ο χαρταετός, «ξεκινούν με ένα μικρό φύσημα ελπίδας.»
Πριν επιστρέψει, του χάρισε έναν μικρό ασημένιο ανεμόμυλο.
Δεν γύριζε με οποιονδήποτε άνεμο.
Άρχιζε να περιστρέφεται μόνο όταν το Συννεφάκι βοηθούσε κάποιον να ξεκινήσει μια καινούρια προσπάθεια ή να κάνει το πρώτο βήμα προς ένα όνειρο.
Το Συννεφάκι πήρε το πολύτιμο δώρο και ξεκίνησε το ταξίδι της επιστροφής.
Από εκείνη την ημέρα ταξίδευε αργά πάνω από τον κόσμο, στέλνοντας δροσερά αεράκια όπου τα είχαν ανάγκη τα δέντρα, τα πουλιά, οι χαρταετοί και οι άνθρωποι.
Και κάθε φορά που ο μικρός ανεμόμυλος γύριζε απαλά, το Συννεφάκι θυμόταν πως ακόμη και το πιο απαλό αεράκι μπορεί να βοηθήσει κάποιον να ανοίξει τα φτερά του και να ξεκινήσει το πιο όμορφο ταξίδι της ζωής του.
