Η Νταρντάνα μελιτζάνα ζούσε σε έναν μεγάλο λαχανόκηπο, όπου κάθε γωνιά ήταν γεμάτη ζωή. Της άρεσε να κάνει βόλτες ανάμεσα στα φυτά και να ανακαλύπτει καινούρια αρώματα κάθε εποχή.
Ένα πρωινό ξύπνησε πολύ νωρίς και αποφάσισε να περπατήσει πριν ακόμη ανέβει ο ήλιος ψηλά.
Καθώς προχωρούσε στο χωμάτινο μονοπάτι, ένιωσε ένα υπέροχο άρωμα να γεμίζει τον αέρα.
«Από πού να έρχεται;» αναρωτήθηκε.
Ακολούθησε τη μυρωδιά μέχρι που έφτασε σε μια γωνιά του λαχανόκηπου γεμάτη αρωματικά φυτά.
Εκεί υπήρχαν βασιλικοί, δυόσμοι, δεντρολίβανα και ρίγανες που μοσχοβολούσαν.
Η Νταρντάνα πλησίασε και πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Τι υπέροχο μέρος!» είπε.
Συνέχισε τη βόλτα της και λίγο πιο πέρα βρήκε μια μικρή ξύλινη πέργκολα. Ανέβηκε δίπλα της και από εκεί μπορούσε να βλέπει σχεδόν ολόκληρο τον λαχανόκηπο.
Οι ντοματιές, οι πιπεριές, τα κολοκυθάκια και τα μαρούλια απλώνονταν γύρω της, ενώ ένα μικρό πέτρινο αυλάκι με νερό περνούσε ανάμεσα στα φυτά.
Η Νταρντάνα κάθισε για λίγο και άκουγε το νερό να κυλά ήρεμα.
Όταν ο ήλιος ανέβηκε πιο ψηλά, οι μυρωδιές έγιναν ακόμη πιο έντονες.
Η Νταρντάνα χαμογέλασε.
Κατάλαβε πως ο λαχανόκηπος δεν ήταν μόνο γεμάτος χρώματα, αλλά και αρώματα που άλλαζαν από σημείο σε σημείο.
Πριν επιστρέψει στη θέση της, έκανε άλλη μία μικρή βόλτα ανάμεσα στα φυτά.
Ήξερε πως κάθε νέα μέρα θα της χάριζε μια διαφορετική εικόνα και μια καινούρια ευχάριστη μυρωδιά να ανακαλύψει.
