Ο Φασόλης ζούσε σε έναν μεγάλο λαχανόκηπο, όπου κάθε μέρα είχε κάτι καινούριο να ανακαλύψει. Του άρεσε να περπατά ανάμεσα στα φυτά και να παρατηρεί πώς άλλαζαν όσο περνούσαν οι μέρες.
Ένα πρωινό είχε μόλις σταματήσει η βροχή. Ο αέρας ήταν δροσερός και τα φύλλα των φυτών ήταν γεμάτα μικρές σταγόνες που λαμποκοπούσαν στο φως.
Ο Φασόλης ξεκίνησε τη βόλτα του πάνω σε ένα στενό χωμάτινο μονοπάτι.
Καθώς περπατούσε, πρόσεξε ότι οι μικρές λακκούβες είχαν γεμίσει με νερό. Έσκυψε και είδε τον ουρανό να καθρεφτίζεται μέσα τους.
«Είναι σαν μικροσκοπικές λιμνούλες!» είπε εντυπωσιασμένος.
Συνέχισε τον δρόμο του μέχρι που έφτασε σε μια σειρά από πανύψηλες ντοματιές. Οι κατακόκκινες ντομάτες έλαμπαν ακόμη από τη βροχή, ενώ λίγο πιο πέρα οι πιπεριές και τα μαρούλια μοσχοβολούσαν φρεσκάδα.
Ο Φασόλης παρατηρούσε κάθε γωνιά του κήπου.
Οι ηλιαχτίδες περνούσαν ανάμεσα από τα φύλλα, δημιουργώντας φωτεινά σχέδια πάνω στο χώμα.
Λίγο αργότερα έφτασε σε μια μικρή ξύλινη πέργκολα, σκεπασμένη με αναρριχώμενα φασολάκια. Κάθισε από κάτω για λίγο και απόλαυσε την ησυχία του κήπου.
Το μόνο που ακουγόταν ήταν το νερό που έσταζε αργά από τα φύλλα.
Καθώς ο ήλιος ανέβαινε όλο και πιο ψηλά, ο λαχανόκηπος άρχισε να γεμίζει ζωή.
Ο Φασόλης χαμογέλασε.
Του άρεσαν οι μέρες μετά τη βροχή, γιατί όλα έμοιαζαν πιο καθαρά, πιο δροσερά και πιο φωτεινά.
Έτσι συνέχισε τη βόλτα του, γνωρίζοντας πως κάθε πρωινό στον λαχανόκηπο έκρυβε μια καινούρια, όμορφη εικόνα που άξιζε να ανακαλύψει.
