Ο Ρεξ ο νταλίκας ξεκίνησε νωρίς το πρωί για ένα συνηθισμένο ταξίδι μέσα από τα βουνά.
Ο ήλιος έλαμπε και ο δρόμος ήταν ήρεμος.
Καθώς περνούσε από ένα στενό φαράγγι, παρατήρησε κάτι που δεν είχε ξαναδεί ποτέ.
Πίσω από μερικούς θάμνους υπήρχε μια παλιά ξύλινη πινακίδα που έγραφε:
«Προς τη Σπηλιά των Χιλίων Κρυστάλλων»
«Περίεργο…» σκέφτηκε ο Ρεξ.
«Ποτέ δεν είχα δει αυτόν τον δρόμο.»
Γεμάτος περιέργεια, αποφάσισε να ακολουθήσει το μονοπάτι.
Μετά από αρκετή ώρα, έφτασε μπροστά σε μια τεράστια σπηλιά.
Μέσα της όλα έλαμπαν.
Οι τοίχοι ήταν γεμάτοι πολύχρωμους κρυστάλλους που αντανακλούσαν το φως σαν ουράνιο τόξο.
«Είναι πανέμορφα!» είπε ο Ρεξ.
Καθώς προχωρούσε, άκουσε έναν παράξενο ήχο.
Γκρρρρρ…
Ένα μικρό βαγονέτο ορυχείου είχε κυλήσει μόνο του και κατευθυνόταν προς μια βαθιά χαράδρα.
Ο Ρεξ το ακολούθησε γρήγορα.
Με μια απότομη στροφή κατάφερε να το σταματήσει λίγο πριν πέσει.
Μέσα στο βαγονέτο υπήρχε ένας παλιός χάρτης.
Ο χάρτης έδειχνε μια κρυφή λίμνη στο εσωτερικό του βουνού.
Ο Ρεξ ακολούθησε τις οδηγίες και μετά από λίγο βρέθηκε μπροστά σε ένα απίστευτο θέαμα.
Μια λίμνη με νερό τόσο καθαρό που έμοιαζε με καθρέφτη.
Από την οροφή της σπηλιάς έπεφταν μικροί καταρράκτες και οι κρύσταλλοι έλαμπαν σαν αστέρια.
Ο Ρεξ έμεινε ακίνητος και θαύμαζε το τοπίο.
«Μερικές φορές, οι πιο όμορφοι θησαυροί δεν είναι χρυσαφικά», είπε χαμογελώντας.
«Είναι τα μέρη που ανακαλύπτουμε και οι περιπέτειες που ζούμε.»
Καθώς ο ήλιος έδυε, ο Ρεξ πήρε τον δρόμο της επιστροφής.
Και κάθε φορά που περνούσε από εκείνο το βουνό, χαμογελούσε, γιατί ήξερε ότι κάπου μέσα του υπήρχε η μυστηριώδης σπηλιά των χιλίων κρυστάλλων, που περίμενε την επόμενη περιπέτεια.
