Ο Μπούλης οδηγούσε χαρούμενος μέσα στην έρημο, όταν σταμάτησε για να ξεκουραστεί κάτω από έναν μεγάλο βράχο.
Καθώς έπινε λίγο νερό, παρατήρησε κάτι παράξενο.
Μέσα στην άμμο ήταν μισοθαμμένος ένας πολύ παλιός χάρτης.
«Τι να δείχνει άραγε;» αναρωτήθηκε.
Τον ξεσκόνισε προσεκτικά και είδε πως απεικόνιζε μια πόλη που λεγόταν Χρυσή Άμμος.
Το περίεργο όμως ήταν ότι αυτή η πόλη δεν υπήρχε σε κανέναν σύγχρονο χάρτη.
«Πρέπει να ανακαλύψω το μυστικό της!» είπε ο Μπούλης.
Αμέσως ξεκίνησε το ταξίδι.
Πέρασε από αμμόλοφους, βραχώδη μονοπάτια και στενά φαράγγια.
Όταν έπεσε η νύχτα, ο ουρανός γέμισε αστέρια.
Και τότε ο Μπούλης είδε κάτι να λάμπει στο βάθος.
Καθώς πλησίαζε, ανακάλυψε μια ολόκληρη πόλη κρυμμένη ανάμεσα στους βράχους.
Τα σπίτια ήταν φτιαγμένα από πέτρα και τα παράθυρά τους έλαμπαν σαν χρυσά.
Στο κέντρο υπήρχε ένα παλιό ρολόι που είχε σταματήσει εδώ και πολλά χρόνια.
Ο Μπούλης πλησίασε και παρατήρησε ότι οι δείκτες είχαν κολλήσει.
«Ίσως μπορώ να το διορθώσω», είπε.
Με προσοχή μετακίνησε έναν μικρό μοχλό που είχε σκουριάσει.
Ξαφνικά…
ΝΤΟΝΓΚ!
Το μεγάλο ρολόι άρχισε να λειτουργεί ξανά.
Την ίδια στιγμή, χιλιάδες μικρά φώτα άναψαν σε ολόκληρη την πόλη.
Τα συντριβάνια άρχισαν να τρέχουν.
Οι ανεμόμυλοι να γυρίζουν.
Και από τα παράθυρα εμφανίστηκαν χαμογελαστοί κάτοικοι που είχαν αποκοιμηθεί από τη στιγμή που το ρολόι είχε σταματήσει.
«Η Χρυσή Άμμος ξύπνησε ξανά!» φώναξαν όλοι.
Ο Μπούλης κοιτούσε έκπληκτος.
Δεν είχε βρει χρυσάφι.
Δεν είχε βρει θησαυρούς.
Είχε βρει κάτι πολύ πιο σπουδαίο.
Μια χαμένη πόλη που περίμενε κάποιον να την ανακαλύψει.
Καθώς ο ήλιος ανέτειλε, ο Μπούλης συνέχισε το ταξίδι του μέσα στην έρημο.
Γιατί ήξερε πως ο κόσμος είναι γεμάτος μυστήρια.
Και κάπου εκεί έξω, μια καινούρια περιπέτεια τον περίμενε.
