Ο Ντόζας ξύπνησε νωρίς, όπως κάθε πρωί. Του άρεσε να βρίσκεται έξω στη φύση και να βλέπει πώς άλλαζε το τοπίο από μέρα σε μέρα.
Καθώς προχωρούσε σε έναν μεγάλο ανοιχτό χώρο, παρατήρησε έναν τεράστιο λόφο από χώμα που δεν υπήρχε την προηγούμενη ημέρα.
«Για να δω πόσο ψηλός είναι!» είπε γεμάτος περιέργεια.
Άρχισε να ανεβαίνει αργά και σταθερά. Όσο πλησίαζε στην κορυφή, τόσο πιο μεγάλη γινόταν η θέα γύρω του.
Μόλις έφτασε επάνω, σταμάτησε για λίγο.
Μπροστά του απλώνονταν καταπράσινα λιβάδια, μικροί λόφοι και μακριά φαίνονταν ψηλά βουνά που άγγιζαν σχεδόν τα σύννεφα.
Ο Ντόζας έμεινε να απολαμβάνει το τοπίο.
Λίγο αργότερα, ένα απαλό αεράκι άρχισε να φυσά. Μικρές κορδέλες από σκόνη σηκώνονταν στον αέρα και χόρευαν γύρω από τον λόφο πριν χαθούν ξανά στο έδαφος.
Ο ήλιος συνέχιζε να ανεβαίνει και το χώμα έπαιρνε ζεστές χρυσαφένιες αποχρώσεις.
Ο Ντόζας κατέβηκε από την άλλη πλευρά του λόφου και συνέχισε τη βόλτα του. Λίγο πιο πέρα συνάντησε έναν μεγάλο βράχο που του πρόσφερε λίγη σκιά.
Έμεινε εκεί για λίγο, ακούγοντας μόνο τον άνεμο που περνούσε ανάμεσα στα δέντρα.
Όταν το απόγευμα πλησίασε, ο ουρανός γέμισε πορτοκαλί και χρυσαφένια χρώματα.
Ο Ντόζας γύρισε και κοίταξε για τελευταία φορά τον μεγάλο λόφο.
Χαμογέλασε.
Κάθε μέρα η φύση δημιουργούσε και μια διαφορετική εικόνα και εκείνος ανυπομονούσε να ανακαλύψει τι θα έβρισκε στην επόμενη βόλτα του.
