ο μάγκας ξύπνησε νωρίς το πρωί, όταν ο ήλιος μόλις είχε αρχίσει να φωτίζει τα βουνά. του άρεσε να ξεκινά τις βόλτες του όσο όλα ήταν ακόμα ήσυχα και ο αέρας ήταν δροσερός.
εκείνη την ημέρα αποφάσισε να ακολουθήσει έναν χωμάτινο δρόμο που περνούσε ανάμεσα σε πανύψηλους βράχους. όσο προχωρούσε, το τοπίο γινόταν όλο και πιο εντυπωσιακό. οι βράχοι υψώνονταν δεξιά και αριστερά σαν τεράστια τείχη, ενώ ο ήλιος περνούσε ανάμεσά τους δημιουργώντας όμορφες λωρίδες φωτός.
ο μάγκας συνέχισε τη διαδρομή του αργά, παρατηρώντας τα χρώματα των βράχων. άλλοι ήταν κοκκινωποί, άλλοι πορτοκαλί και άλλοι γκρίζοι, σαν να τους είχε ζωγραφίσει η φύση.
λίγο πιο μπροστά ο δρόμος έκανε μια μεγάλη στροφή. μόλις την πέρασε, αντίκρισε ένα μικρό ποτάμι που κυλούσε ανάμεσα στις πέτρες. το νερό ήταν τόσο καθαρό, που μπορούσε να δει κάθε μικρό βότσαλο στον πυθμένα.
στάθηκε για λίγο δίπλα στην όχθη και άκουσε μόνο τον ήχο του νερού που κυλούσε ασταμάτητα.
ύστερα συνέχισε την πορεία του μέχρι που έφτασε σε ένα ξέφωτο γεμάτο άγρια λουλούδια. πολύχρωμες πεταλούδες πετούσαν από το ένα λουλούδι στο άλλο, ενώ ένα απαλό αεράκι έκανε τα ψηλά χόρτα να λικνίζονται.
ο μάγκας έμεινε για λίγο να απολαμβάνει το όμορφο τοπίο.
όταν ο ήλιος άρχισε να χαμηλώνει, οι βράχοι πήραν χρυσαφένιες αποχρώσεις και ολόκληρο το φαράγγι έλαμπε μέσα στο φως του δειλινού.
ο μάγκας χαμογέλασε.
«κάθε διαδρομή έχει τη δική της ομορφιά», σκέφτηκε.
και καθώς ο ουρανός γινόταν σιγά σιγά πορτοκαλί, πήρε τον δρόμο της επιστροφής, ανυπομονώντας για την επόμενη εξόρμησή του στη φύση.
