Ο Μπούλης ξεκίνησε από νωρίς το πρωί για τη συνηθισμένη του βόλτα στην έρημο. Ο ήλιος μόλις είχε ανατείλει και οι αμμόλοφοι έμοιαζαν να βάφονται χρυσαφένιοι.
Καθώς προχωρούσε, παρατήρησε ότι ο αέρας φυσούσε πιο δυνατά από κάθε άλλη φορά. Μικρές στροφές από άμμο άρχισαν να σχηματίζονται εδώ κι εκεί, ταξιδεύοντας αργά πάνω στην έρημο.
Ο Μπούλης συνέχισε τη διαδρομή του με προσοχή. Κάθε τόσο ο άνεμος άλλαζε το σχήμα των αμμόλοφων και ο δρόμος έμοιαζε διαφορετικός.
Λίγο αργότερα, έφτασε σε έναν ψηλό λόφο από άμμο. Από εκεί η θέα ήταν εντυπωσιακή. Μπορούσε να δει αμέτρητους αμμόλοφους να απλώνονται μέχρι τον μακρινό ορίζοντα.
Ξαφνικά, ο αέρας σταμάτησε.
Η έρημος βυθίστηκε σε μια απόλυτη ησυχία.
Ο Μπούλης έμεινε για λίγο ακίνητος, απολαμβάνοντας τη στιγμή. Δεν ακουγόταν τίποτα, παρά μόνο ένα απαλό αεράκι που έκανε την άμμο να γλιστρά απαλά στις πλαγιές των λόφων.
Καθώς ο ήλιος ανέβαινε όλο και πιο ψηλά, η άμμος άρχισε να λαμπυρίζει σαν χρυσό χαλί.
Ο Μπούλης συνέχισε τη βόλτα του, ανακαλύπτοντας συνεχώς νέες εικόνες που δημιουργούσε ο άνεμος πάνω στην έρημο.
Όταν το απόγευμα έφτασε στο τέλος του, στάθηκε για λίγο στην κορυφή ενός μεγάλου αμμόλοφου και παρακολούθησε τον ήλιο να δύει αργά, βάφοντας τον ουρανό με πορτοκαλί και κόκκινες αποχρώσεις.
Ήταν άλλη μία όμορφη μέρα στην έρημο, γεμάτη εικόνες που δεν έμοιαζαν με καμία άλλη.
