Η νεράιδα Ρόη πετούσε ανάμεσα στα σύννεφα ένα ήσυχο πρωινό, όταν παρατήρησε πως ο ουρανός ήταν πιο καθαρός από ποτέ. Ο ήλιος είχε μόλις ανατείλει και οι πρώτες ακτίνες του έκαναν τα σύννεφα να μοιάζουν με αφράτα λευκά μαξιλάρια.
«Σήμερα είναι η ιδανική μέρα για μια μεγάλη βόλτα!» είπε χαρούμενα.
Άρχισε να πετά ψηλότερα και ο άνεμος την οδηγούσε απαλά από σύννεφο σε σύννεφο. Κάθε τόσο σταματούσε για να κοιτάξει τη γη από ψηλά.
Έβλεπε ποτάμια να σχηματίζουν μεγάλες στροφές, λίμνες να λάμπουν κάτω από τον ήλιο και βουνά που έμοιαζαν μικροσκοπικά από εκεί όπου βρισκόταν.
Ξαφνικά πρόσεξε μια μακριά σειρά από σύννεφα που είχαν σχηματίσει ένα στενό μονοπάτι στον ουρανό.
Η Ρόη άρχισε να πετά ακολουθώντας το.
Άλλοτε περνούσε ανάμεσα από αφράτα σύννεφα και άλλοτε πετούσε πάνω από αυτά, βλέποντας μόνο τον καταγάλανο ουρανό γύρω της.
Καθώς συνέχιζε το ταξίδι της, έφτασε σε ένα σημείο όπου τα σύννεφα άνοιγαν και άφηναν τις ακτίνες του ήλιου να περνούν προς τη γη σαν μεγάλες φωτεινές κορδέλες.
Η Ρόη στάθηκε για λίγο και παρατηρούσε το υπέροχο θέαμα.
Ήταν σαν ο ουρανός να είχε ανοίξει ένα παράθυρο για να φωτίσει τον κόσμο.
Όταν το απόγευμα πλησίασε, ο άνεμος άλλαξε κατεύθυνση και τα σύννεφα άρχισαν να μετακινούνται αργά.
Το μονοπάτι που ακολουθούσε η Ρόη χάθηκε σιγά σιγά.
Η νεράιδα χαμογέλασε.
Ήξερε πως την επόμενη μέρα ο ουρανός θα δημιουργούσε ένα καινούριο μονοπάτι και μια νέα περιπέτεια θα την περίμενε εκεί ψηλά.
Με ένα απαλό πέταγμα των φτερών της συνέχισε το ταξίδι της, αφήνοντας πίσω της μια λεπτή χρυσή λάμψη που χανόταν ανάμεσα στα σύννεφα.
