η νεράιδα εστία αγαπούσε περισσότερο από κάθε άλλη στιγμή της ημέρας το σούρουπο. εκείνη την ώρα ο ουρανός άλλαζε χρώματα κάθε λίγα λεπτά και η φύση έμοιαζε με έναν τεράστιο ζωγραφικό πίνακα.
ένα ήρεμο απόγευμα πέταξε πάνω από μια μεγάλη κοιλάδα. ο ήλιος βρισκόταν χαμηλά και οι ακτίνες του έκαναν τα λιβάδια να λάμπουν με ζεσές χρυσαφένιες αποχρώσεις.
η εστία συνέχισε την πτήση της μέχρι που έφτασε στην κορυφή ενός λόφου. από εκεί μπορούσε να δει μακριά βουνά, καταπράσινα δάση και μια ήρεμη λίμνη που καθρέφτιζε τον ουρανό.
στάθηκε για λίγο στον αέρα και παρατηρούσε πώς ο ουρανός γινόταν σιγά σιγά πορτοκαλί, έπειτα ροζ και στο τέλος μωβ.
ένα απαλό αεράκι πέρασε ανάμεσα από τα δέντρα και έκανε τα φύλλα τους να θροΐσουν απαλά.
η νεράιδα πέταξε χαμηλά πάνω από τη λίμνη. καθώς άγγιξε την επιφάνειά της με το μαγικό της ραβδί, σχηματίστηκαν μικροί κυματισμοί που άστραφταν κάτω από το φως του δειλινού.
γύρω της όλα ήταν ήρεμα.
μόνο ο ήχος του ανέμου και το απαλό νερό που ακουμπούσε στην όχθη συνόδευαν τη βόλτα της.
καθώς ο ήλιος χανόταν πίσω από τα βουνά, τα πρώτα αστέρια άρχισαν να εμφανίζονται στον ουρανό.
η εστία σήκωσε το βλέμμα της ψηλά και χαμογέλασε.
της άρεσε να βλέπει τη στιγμή που η μέρα παρέδιδε τη θέση της στη νύχτα.
με ένα απαλό πέταγμα των φτερών της ανέβηκε ψηλά πάνω από τα σύννεφα.
κάτω της ολόκληρη η κοιλάδα είχε βυθιστεί στα γαλήνια χρώματα του δειλινού.
η νεράιδα εστία συνέχισε το ταξίδι της στον νυχτερινό ουρανό, γνωρίζοντας πως κάθε ηλιοβασίλεμα ήταν μοναδικό και πως καμία ζωγραφιά της φύσης δεν έμοιαζε ποτέ με την προηγούμενη.
