Η Νεράιδα Εστία πετούσε ένα γαλήνιο βράδυ κάτω από έναν ουρανό γεμάτο αστέρια, όταν είδε μια μικρή χρυσή λάμψη να αναβοσβήνει στο βάθος.
Δεν έμοιαζε με αστέρι.
Ήταν σαν κάποιος να την καλούσε να πλησιάσει.
Η Εστία ακολούθησε τη λάμψη και, ύστερα από λίγο, έφτασε μπροστά σε ένα πανέμορφο σπιτάκι χτισμένο στην κορυφή ενός λόφου.
Η σκεπή του έλαμπε σαν να ήταν φτιαγμένη από ασημένιο φως και τα παράθυρά του φωτίζονταν απαλά από μικρά αστέρια.
«Τι μαγικό μέρος είναι αυτό;» ψιθύρισε.
Άνοιξε προσεκτικά την πόρτα και μπήκε μέσα.
Το εσωτερικό ήταν γεμάτο ζεστασιά.
Υπήρχαν μεγάλα ράφια με βιβλία, άνετες πολυθρόνες, πολύχρωμα χαλιά και μικρά φαναράκια που έμοιαζαν με αστεράκια.
Στο κέντρο του δωματίου υπήρχε ένα μεγάλο τζάκι, όμως αντί για φωτιά, μέσα του χόρευαν χρυσές και γαλάζιες φωτεινές σπίθες.
Η Νεράιδα Εστία περπάτησε σε κάθε δωμάτιο του σπιτιού.
Σε μια αίθουσα υπήρχαν πίνακες με όμορφα τοπία.
Σε μια άλλη υπήρχαν μουσικά όργανα που έπαιζαν απαλές μελωδίες μόνα τους.
Στον επάνω όροφο ανακάλυψε μια μεγάλη γυάλινη βεράντα.
Από εκεί μπορούσε να δει ολόκληρο τον νυχτερινό ουρανό.
Κάθισε για λίγο και παρατηρούσε τα αστέρια που έλαμπαν πάνω από το κεφάλι της.
Ένιωθε μια απίστευτη ηρεμία.
Πριν φύγει, άναψε ένα μικρό φαναράκι που βρισκόταν δίπλα στην πόρτα.
Αμέσως το σπίτι γέμισε ακόμη περισσότερο φως και ζεστασιά.
Η Εστία χαμογέλασε.
Κατάλαβε πως ένα σπίτι δεν γίνεται όμορφο μόνο από τους τοίχους και τα έπιπλά του.
Γίνεται ξεχωριστό από τη θαλπωρή, τη φροντίδα και την αγάπη που προσφέρει.
Με αυτή τη σκέψη άνοιξε τα φτερά της και συνέχισε το ταξίδι της στον ουρανό, αφήνοντας πίσω της μια μικρή χρυσή λάμψη που φώτιζε τη νύχτα.
