Η Νεράιδα Αμορέλ πετούσε ένα γαλήνιο πρωινό πάνω από λιβάδια γεμάτα λουλούδια, όταν παρατήρησε ένα πανέμορφο ουράνιο τόξο να εμφανίζεται στον ορίζοντα.
Ήταν διαφορετικό από όλα όσα είχε δει μέχρι τότε.
Δεν τελείωνε στη γη.
Έμοιαζε να οδηγεί σε έναν άγνωστο, μαγικό τόπο.
Η Αμορέλ άνοιξε τα λαμπερά φτερά της και πέταξε προς το μέρος του.
Όσο πλησίαζε, έβλεπε πως το ουράνιο τόξο είχε μεταμορφωθεί σε μια τεράστια γυάλινη γέφυρα που έλαμπε με όλα τα χρώματα.
Κάθε της βήμα έκανε τη γέφυρα να φωτίζεται ακόμη περισσότερο.
«Πόσο όμορφο είναι αυτό!» είπε χαμογελώντας.
Στο τέλος της γέφυρας βρισκόταν ένας υπέροχος κήπος.
Εκεί υπήρχαν δέντρα με χρυσά φύλλα, λουλούδια που άλλαζαν χρώμα κάθε λίγα λεπτά και μικρά σιντριβάνια που δημιουργούσαν πολύχρωμες σταγόνες.
Η Αμορέλ περπατούσε αργά, θαυμάζοντας κάθε γωνιά.
Λίγο πιο πέρα ανακάλυψε ένα μεγάλο θερμοκήπιο.
Μέσα του μεγάλωναν σπάνια φυτά από διαφορετικά μέρη του κόσμου.
Άλλα είχαν φύλλα σε σχήμα αστεριού, άλλα άνθιζαν μόνο όταν τα φώτιζε ο ήλιος και άλλα μοσχοβολούσαν ολόκληρο τον κήπο.
Η Αμορέλ πέρασε αρκετή ώρα εξερευνώντας το θερμοκήπιο.
Στη συνέχεια ανέβηκε σε έναν μικρό λόφο που βρισκόταν στο κέντρο του κήπου.
Από εκεί η θέα ήταν μαγευτική.
Μπορούσε να δει τη γυάλινη γέφυρα να λαμπυρίζει ανάμεσα στα σύννεφα και τα χρώματα του ουράνιου τόξου να απλώνονται μέχρι τον ορίζοντα.
Καθώς ο ήλιος άρχισε να δύει, ο ουρανός γέμισε χρυσές, ροζ και μωβ αποχρώσεις.
Η γέφυρα έλαμπε ακόμη πιο έντονα.
Η Νεράιδα Αμορέλ πήρε μια βαθιά ανάσα και χαμογέλασε.
Είχε ανακαλύψει ένα μέρος που έμοιαζε βγαλμένο από όνειρο.
Πριν επιστρέψει, γύρισε για μια τελευταία ματιά.
Ήξερε πως κάθε φορά που θα έβλεπε ένα ουράνιο τόξο στον ουρανό, θα θυμόταν εκείνη τη μαγική γέφυρα και το υπέροχο ταξίδι που της χάρισε.
