Η Νεράιδα Φαίηθλιν πετούσε ανάμεσα στα σύννεφα ένα γαλήνιο πρωινό, όταν είδε από ψηλά μια λίμνη που έλαμπε σαν καθρέφτης.
«Τι όμορφο μέρος!» είπε χαμογελώντας.
Κατέβηκε απαλά και προσγειώθηκε στην όχθη της λίμνης.
Γύρω της ανθισμένα δέντρα έγερναν πάνω από το νερό, ενώ μεγάλα νούφαρα στόλιζαν την επιφάνειά του.
Η Φαίηθλιν περπάτησε προσεκτικά πάνω στα μεγάλα φύλλα των νούφαρων και παρατηρούσε τις λιβελούλες που πετούσαν χαρούμενα γύρω της.
Λίγο πιο πέρα, μια οικογένεια κύκνων γλιστρούσε ήρεμα πάνω στο νερό.
Η νεράιδα τους χαιρέτησε χαμογελώντας και συνέχισε τη βόλτα της.
Στη μέση της λίμνης υπήρχε ένα μικρό ξύλινο γεφυράκι.
Ανέβηκε επάνω του και κοίταξε γύρω της.
Το νερό ήταν τόσο καθαρό, που μπορούσε να δει πολύχρωμα ψαράκια να κολυμπούν ανάμεσα στα φυτά του βυθού.
Ένα απαλό αεράκι έκανε τα φύλλα των δέντρων να χορεύουν και τα λουλούδια να σκορπίζουν τα πέταλά τους πάνω στη λίμνη.
Η Φαίηθλιν άπλωσε τα χέρια της και άφησε μερικά μικρά λαμπερά αστεράκια να πέσουν απαλά στο νερό.
Κάθε σημείο που άγγιζαν δημιουργούσε μικρούς φωτεινούς κύκλους που άστραφταν σαν διαμάντια.
Καθώς ο ήλιος άρχισε να δύει, ο ουρανός γέμισε χρυσές, ροζ και μοβ αποχρώσεις.
Η λίμνη έγινε ακόμα πιο όμορφη, σαν ένας τεράστιος καθρέφτης που αντανακλούσε όλα τα χρώματα του ουρανού.
Η Φαίηθλιν άνοιξε τα φτερά της και πέταξε ξανά προς τα σύννεφα.
Πριν φύγει, κοίταξε για μία τελευταία φορά τη γαλήνια λίμνη και χαμογέλασε.
«Υπάρχουν μέρη που σε κάνουν να νιώθεις ήρεμος μόνο και μόνο επειδή βρίσκεσαι εκεί», είπε.
Και συνέχισε το ταξίδι της, έτοιμη να ανακαλύψει ακόμα περισσότερες όμορφες γωνιές του κόσμου.
