Η Νεράιδα Λίτα πετούσε απαλά ανάμεσα στα σύννεφα ένα φωτεινό ανοιξιάτικο πρωινό, όταν παρατήρησε πως ένα απαλό αεράκι μετέφερε πολύχρωμα πέταλα στον ουρανό.
«Από πού να έρχονται άραγε;» αναρωτήθηκε.
Γεμάτη περιέργεια, ακολούθησε τα πέταλα.
Πέταξε πάνω από αφράτα σύννεφα, λαμπερά ουράνια τόξα και μικρές χρυσές ακτίνες του ήλιου.
Ύστερα από λίγο, έφτασε σε έναν πανέμορφο κήπο που δεν είχε ξαναδεί ποτέ.
Τα λουλούδια είχαν όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου.
Άλλα έλαμπαν σαν μικρά αστέρια.
Άλλα άλλαζαν χρώμα κάθε φορά που τα άγγιζε το αεράκι.
Και μερικά σκόρπιζαν χρυσή γύρη που λαμποκοπούσε στον ουρανό.
Η Λίτα πέταξε χαμηλά και προσγειώθηκε πάνω σε ένα μεγάλο ροζ λουλούδι.
Γύρω της πετούσαν πολύχρωμες πεταλούδες και μικρά πουλάκια τραγουδούσαν χαρούμενα.
Στο κέντρο του κήπου υπήρχε ένα σιντριβάνι που αντί για νερό είχε μικρές λαμπερές σταγόνες φωτός.
Κάθε φορά που μια σταγόνα έπεφτε, δημιουργούσε έναν απαλό, μαγικό ήχο.
Η Λίτα κάθισε στην άκρη του σιντριβανιού και έκλεισε για λίγο τα μάτια της.
Ο αέρας μύριζε γιασεμί, λεβάντα και τριαντάφυλλα.
Ήταν το πιο γαλήνιο μέρος που είχε επισκεφθεί ποτέ.
Καθώς ο ήλιος άρχισε να δύει, ο ουρανός γέμισε χρυσές και ροζ αποχρώσεις.
Η Νεράιδα Λίτα άνοιξε τα φτερά της και πέταξε ψηλά.
Από εκεί μπορούσε να δει ολόκληρο τον μαγικό κήπο να λάμπει σαν πολύχρωμο διαμάντι.
«Υπάρχουν τόσα όμορφα μέρη στον κόσμο», είπε χαμογελώντας.
«Και κάθε καινούρια μέρα μπορεί να μας οδηγήσει σε μια νέα, μαγική ανακάλυψη.»
Και από εκείνη την ημέρα, κάθε φορά που ένα πολύχρωμο πέταλο ταξίδευε στον ουρανό, η Νεράιδα Λίτα χαμογελούσε, γιατί θυμόταν τον αγαπημένο της κήπο με τα ουράνια λουλούδια.
