Η Νεράιδα Αμορέλ ξύπνησε ένα ήσυχο πρωινό, όταν ένα μικρό ασημένιο αστεράκι στάθηκε μπροστά στο παράθυρό της.
Δεν έπεφτε από τον ουρανό.
Αιωρούνταν απαλά και έλαμπε σαν μικρό φαναράκι.
Δίπλα του κρεμόταν ένας χρυσός φάκελος.
Η Αμορέλ τον άνοιξε με προσοχή.
«Εργαστήριο των Φωτεινών Αστεριών – Αναζητούμε μια νεράιδα που μπορεί να γεμίσει τον ουρανό με καινούριες λάμψεις.»
Μόλις άγγιξε το μικρό αστεράκι, ένα μονοπάτι από αστραφτερή χρυσόσκονη σχηματίστηκε μπροστά της.
Η Αμορέλ άνοιξε τα λαμπερά φτερά της και άρχισε να πετά.
Ύστερα από λίγο έφτασε σε ένα τεράστιο παλάτι, φτιαγμένο ολόκληρο από κρυστάλλινο φως.
Γύρω του αιωρούνταν χιλιάδες μικρά αστέρια που χόρευαν αργά στον αέρα.
Στην είσοδο την περίμενε ένας λευκός μονόκερος με ασημένια χαίτη.
«Καλώς ήρθες, Αμορέλ. Εδώ δημιουργούμε τα αστέρια που θα φωτίζουν τους ουρανούς κάθε νύχτα.»
Η πρώτη αίθουσα λεγόταν Το Εργαστήριο των Σχημάτων.
Πάνω σε μεγάλους γυάλινους πάγκους υπήρχαν αμέτρητοι λαμπεροί κρύσταλλοι.
Η Αμορέλ μπορούσε να τους ενώσει και να δημιουργήσει ολοκαίνουργια σχέδια.
Άλλα αστέρια είχαν πέντε ακτίνες.
Άλλα οκτώ.
Άλλα έμοιαζαν με λουλούδια ή μικρές νιφάδες.
Μόλις ολοκλήρωνε κάθε σχέδιο, το αστέρι πετούσε μόνο του προς τον ουρανό.
«Κάθε αστέρι είναι μοναδικό», είπε ο μονόκερος.
«Όπως μοναδική είναι και κάθε όμορφη ιδέα.»
Στη συνέχεια πέρασαν στην Αίθουσα των Χρωμάτων του Φωτός.
Τεράστιες γυάλινες σφαίρες ήταν γεμάτες με ασημένιες, χρυσές, γαλάζιες και ροζ ανταύγειες.
Η Αμορέλ ανακάτεψε προσεκτικά τα χρώματα και δημιούργησε νέες αποχρώσεις που δεν είχε ξαναδεί ποτέ.
Ξαφνικά ολόκληρη η αίθουσα γέμισε με απαλά φωτεινά κύματα.
Η τελευταία στάση ήταν η πιο ξεχωριστή.
Πάνω από μια μεγάλη κρυστάλλινη πόρτα έγραφε:
«Το Παρατηρητήριο των Ευχών.»
Στο κέντρο υπήρχε ένα τεράστιο τηλεσκόπιο.
Η Αμορέλ κοίταξε μέσα από αυτό.
Δεν έβλεπε μόνο τον ουρανό.
Έβλεπε παιδιά και οικογένειες να κοιτούν τα αστέρια, να κάνουν ευχές και να χαμογελούν.
«Κάθε φορά που κάποιος σηκώνει το βλέμμα του στον ουρανό με αισιοδοξία, ένα αστέρι λάμπει λίγο περισσότερο», εξήγησε ο μονόκερος.
Η Αμορέλ χαμογέλασε.
Κατάλαβε πως το φως δεν βρίσκεται μόνο στον ουρανό.
Βρίσκεται και στις καρδιές όσων συνεχίζουν να ονειρεύονται.
Πριν επιστρέψει, ο μονόκερος της χάρισε ένα μικρό κρυστάλλινο αστέρι.
Δεν έλαμπε συνεχώς.
Φωτιζόταν μόνο όταν η Αμορέλ πρόσφερε χαρά, ενθάρρυνση ή μια καλή πράξη σε κάποιον.
Η νεράιδα το φύλαξε προσεκτικά στο μαγικό της σακουλάκι και πήρε τον δρόμο της επιστροφής.
Από εκείνη την ημέρα πετούσε κάθε βράδυ πάνω από δάση, βουνά και λίμνες, σκορπίζοντας μικρές λαμπερές σπίθες στον ουρανό.
Κάθε σπίθα γινόταν ένα καινούριο αστέρι που φώτιζε τη νύχτα.
Και η Νεράιδα Αμορέλ ήξερε πως, όσο υπάρχουν άνθρωποι που ονειρεύονται και κοιτούν ψηλά με ελπίδα, ο ουρανός θα έχει πάντα χώρο για ακόμη ένα φωτεινό αστέρι.
