Ο Τέντι ξεκίνησε τη βόλτα του μόλις ο ήλιος άρχισε να ζεσταίνει τη γη. Μπροστά του απλωνόταν ένας χωματόδρομος που οδηγούσε σε μια μεγάλη εξοχή.
Περπατούσε χαρούμενος, ώσπου στο βάθος εμφανίστηκαν τρεις παλιοί ανεμόμυλοι.
«Πρώτη φορά τους βλέπω από τόσο κοντά!» είπε γεμάτος περιέργεια.
Πλησίασε αργά και παρατήρησε τις μεγάλες φτερωτές τους να γυρίζουν αργά με τον άνεμο.
Γύρω από τους ανεμόμυλους υπήρχαν αμέτρητα αγριολούλουδα και μικρά πέτρινα μονοπάτια που οδηγούσαν από τον έναν στον άλλο.
Ο Τέντι ακολούθησε ένα από αυτά.
Λίγο πιο πέρα ανακάλυψε έναν μικρό πέτρινο φούρνο που δεν λειτουργούσε πια. Η ξύλινη πόρτα του ήταν ανοιχτή και μέσα υπήρχαν παλιά εργαλεία που είχαν μείνει στη θέση τους για πολλά χρόνια.
Ο Τέντι τα παρατηρούσε με μεγάλο ενδιαφέρον.
Στη συνέχεια συνέχισε τη βόλτα του μέχρι την άκρη του λόφου, όπου φυσούσε ένα ευχάριστο αεράκι.
Από εκεί έβλεπε τους ανεμόμυλους να περιστρέφονται αργά, ενώ γύρω τους απλωνόταν μια μεγάλη καταπράσινη πεδιάδα.
Έμεινε για λίγο απολαμβάνοντας την ηρεμία.
Όταν ήρθε η ώρα της επιστροφής, ο ήλιος είχε αρχίσει να χαμηλώνει και οι μακριές σκιές των ανεμόμυλων απλώνονταν πάνω στο γρασίδι.
Ο Τέντι πήρε τον δρόμο του γυρισμού.
Ήξερε πως κάθε βόλτα μπορούσε να τον οδηγήσει σε ένα μέρος που δεν είχε ξαναδεί και πως αυτό έκανε κάθε μέρα μια καινούρια περιπέτεια.
