Η Κοτούλα η Καλή περπατούσε χαρούμενα στην αυλή, όταν παρατήρησε μια μικρή ξύλινη πορτούλα που ήταν μισάνοιχτη.
«Δεν την είχα προσέξει ποτέ!» είπε.
Πέρασε από μέσα και βρέθηκε σε έναν μεγάλο λαχανόκηπο.
Οι σειρές με τα φυτά ήταν τόσο τακτοποιημένες, που έμοιαζαν με πράσινες κορδέλες.
Υπήρχαν ντοματιές, πιπεριές, κολοκυθιές, μαρούλια και μυρωδάτα βότανα που μοσχοβολούσαν στον πρωινό αέρα.
Η Κοτούλα η Καλή περπατούσε αργά στα χωμάτινα μονοπάτια, παρατηρώντας κάθε γωνιά.
Λίγο πιο πέρα είδε ένα παλιό ξύλινο σκιάχτρο με ένα ψάθινο καπέλο.
Στάθηκε μπροστά του και χαμογέλασε.
«Κάνεις πολύ καλή δουλειά εδώ!» είπε γελώντας.
Στο βάθος του λαχανόκηπου υπήρχε ένα μικρό ξύλινο θερμοκήπιο.
Η Κοτούλα μπήκε μέσα και είδε δεκάδες μικρά φυτά να μεγαλώνουν σε γλαστράκια.
Το φως του ήλιου περνούσε από τα γυάλινα παράθυρα και φώτιζε ολόκληρο τον χώρο.
Πριν φύγει, έκανε άλλη μία βόλτα ανάμεσα στα φυτά.
Η δροσιά του πρωινού και τα όμορφα αρώματα έκαναν τον λαχανόκηπο να μοιάζει ακόμη πιο ξεχωριστός.
Η Κοτούλα η Καλή βγήκε από τη μικρή πορτούλα και γύρισε για μία τελευταία ματιά.
Χαμογέλασε.
Ήξερε πως ακόμη και οι πιο μικρές πόρτες μπορούν να οδηγούν στα πιο όμορφα μέρη.
