Ο Ρίκο ο ρινόκερος περπατούσε αργά στη σαβάνα ένα ζεστό καλοκαιρινό πρωινό. Ο ήλιος είχε ανέβει ψηλά και οι χρυσαφένιες πεδιάδες έλαμπαν κάτω από το δυνατό του φως.
Καθώς προχωρούσε, ένιωθε τον αέρα να γίνεται όλο και πιο ζεστός. Ακόμα και τα ψηλά χόρτα έμεναν σχεδόν ακίνητα, αφού δεν φυσούσε ούτε το παραμικρό αεράκι.
«Σήμερα κάνει πραγματικά πολλή ζέστη», σκέφτηκε.
Συνέχισε τη βόλτα του μέχρι που έφτασε σε μια μεγάλη φυσική λιμνούλα. Το νερό ήταν ήρεμο και καθαρό σαν καθρέφτης.
Ο Ρίκο πλησίασε την όχθη και βούτηξε προσεκτικά τα πόδια του στο δροσερό νερό.
«Αχ... τώρα είναι πολύ καλύτερα!» είπε χαμογελώντας.
Έμεινε εκεί για αρκετή ώρα, απολαμβάνοντας τη δροσιά. Ένα απαλό αεράκι άρχισε να φυσά και οι μικροί κυματισμοί έκαναν το νερό να λαμπυρίζει κάτω από τον ήλιο.
Όταν η ζέστη άρχισε να μειώνεται, ο Ρίκο συνέχισε την εξερεύνησή του. Περπάτησε ανάμεσα σε πανύψηλα δέντρα, πέρασε από μεγάλους βράχους και ανέβηκε σε έναν μικρό λόφο.
Από εκεί ψηλά μπορούσε να δει ολόκληρη τη σαβάνα.
Το απόγευμα, ο ουρανός άρχισε να βάφεται πορτοκαλί. Οι σκιές μεγάλωναν σιγά σιγά και ο αέρας έγινε ξανά δροσερός.
Ο Ρίκο στάθηκε για λίγο και παρακολούθησε τον ήλιο να δύει αργά πίσω από τον μακρινό ορίζοντα.
Ήταν μια ήσυχη, όμορφη μέρα γεμάτη εικόνες της φύσης.
Με ένα μεγάλο χαμόγελο πήρε τον δρόμο της επιστροφής, γνωρίζοντας πως αύριο η σαβάνα θα του χάριζε μια καινούρια, διαφορετική περιπέτεια.
