Ο Καλός Λύκος ξύπνησε νωρίς ένα δροσερό πρωινό και αποφάσισε πως είχε έρθει η ώρα να γνωρίσει ένα μέρος που όλοι μιλούσαν γι' αυτό.
Το Δάσος των Χιλίων Μονοπατιών.
Λεγόταν έτσι γιατί κάθε διαδρομή οδηγούσε σε μια διαφορετική ανακάλυψη.
«Σήμερα θα εξερευνήσω όσο περισσότερο μπορώ!» είπε χαμογελώντας.
Ξεκίνησε να περπατά ανάμεσα στα πανύψηλα δέντρα.
Τα φύλλα θρόιζαν απαλά, πολύχρωμα πουλιά πετούσαν πάνω από το κεφάλι του και μικρά λουλούδια στόλιζαν τις άκρες των μονοπατιών.
Σε λίγο έφτασε σε μια μεγάλη ξύλινη πινακίδα.
Επάνω της υπήρχαν πολλά διαφορετικά βέλη.
Το ένα οδηγούσε σε μια λίμνη, το άλλο σε έναν λόφο, ένα τρίτο σε ένα παλιό πέτρινο γεφύρι και ένα ακόμη σε ένα παρατηρητήριο μέσα στο δάσος.
Ο Καλός Λύκος αποφάσισε να τα επισκεφθεί όλα.
Πρώτα έφτασε στη λίμνη.
Το νερό ήταν τόσο ήρεμο που καθρεφτιζόταν ολόκληρος ο ουρανός.
Κάθισε για λίγο στην όχθη και παρατήρησε τις λιβελούλες να πετούν πάνω από την επιφάνεια.
Ύστερα συνέχισε προς τον λόφο.
Από την κορυφή μπορούσε να δει σχεδόν ολόκληρο το δάσος.
Τα δέντρα έμοιαζαν με ένα απέραντο πράσινο χαλί που απλωνόταν μέχρι τον ορίζοντα.
Λίγο πιο κάτω βρήκε το παλιό πέτρινο γεφύρι.
Στάθηκε στη μέση του και άκουσε το νερό που κυλούσε ήρεμα από κάτω.
Η φύση γύρω του ήταν τόσο ήσυχη που μπορούσε να ακούσει ακόμη και το απαλό αεράκι να περνά μέσα από τα κλαδιά.
Η τελευταία στάση ήταν το ξύλινο παρατηρητήριο.
Ανέβηκε τα σκαλιά και κοίταξε μακριά με ένα μεγάλο τηλεσκόπιο.
Είδε ελάφια να περπατούν στο λιβάδι, σκίουρους να σκαρφαλώνουν στα δέντρα και πολύχρωμα πουλιά να πετούν ψηλά στον ουρανό.
Ο Καλός Λύκος χαμογέλασε.
Δεν είχε βρει κάποιον θησαυρό.
Είχε βρει κάτι ακόμη πιο όμορφο.
Είχε γνωρίσει τη φύση λίγο καλύτερα και είχε γεμίσει την καρδιά του με εικόνες που δεν θα ξεχνούσε ποτέ.
Καθώς επέστρεφε στο σπίτι του, ο ήλιος άρχισε να δύει και το δάσος γέμισε χρυσαφένια χρώματα.
Ο Καλός Λύκος ήξερε πως κάθε μονοπάτι που ακολουθούμε μπορεί να μας οδηγήσει σε μια όμορφη περιπέτεια, αρκεί να έχουμε μάτια ανοιχτά και καρδιά γεμάτη περιέργεια.
