Ο Τέρυ ο κροκόδειλος απολάμβανε τον ήλιο στην όχθη του μεγάλου ποταμού, όταν είδε μια ξύλινη πινακίδα να επιπλέει στο νερό.
Πάνω της έγραφε:
«Μεγάλη Κατάβαση του Ποταμού των Φοινίκων – Σήμερα!»
Τα μάτια του Τέρυ έλαμψαν.
«Αυτό δεν πρέπει να το χάσω!» είπε ενθουσιασμένος.
Μόλις έφτασε στην αφετηρία, είδε ότι η διαδρομή περνούσε μέσα από πυκνή ζούγκλα, μικρούς καταρράκτες και ήσυχες λιμνούλες γεμάτες νούφαρα.
Με το σύνθημα της εκκίνησης, ο Τέρυ άρχισε να κολυμπά γρήγορα.
Πέρασε κάτω από μεγάλες κρεμαστές λιάνες.
Γλίστρησε ανάμεσα από πολύχρωμα λουλούδια.
Και λίγο αργότερα έφτασε σε ένα σημείο όπου ο ποταμός σχημάτιζε ένα φυσικό τούνελ από φοίνικες.
«Τι απίστευτο μέρος!» είπε χαμογελώντας.
Συνέχισε την κατάβαση και σύντομα έφτασε σε μια μεγάλη λιμνούλα.
Εκεί, οι ακτίνες του ήλιου περνούσαν μέσα από τα δέντρα και έκαναν το νερό να λαμπυρίζει σαν χρυσάφι.
Ο Τέρυ σταμάτησε για λίγο και απόλαυσε τη θέα.
Καθώς το απόγευμα πλησίαζε, έφτασε στους μικρούς καταρράκτες της διαδρομής.
Με ένα μεγάλο χαμόγελο γλίστρησε πάνω στο νερό σαν να ήταν τσουλήθρα.
«Αυτό είναι το καλύτερο μέρος του ταξιδιού!» φώναξε.
Όταν έφτασε στο τέλος της διαδρομής, ο ήλιος είχε αρχίσει να δύει.
Ο ουρανός είχε γίνει πορτοκαλί και ροζ, ενώ τα πουλιά επέστρεφαν στις φωλιές τους.
Ο Τέρυ ξάπλωσε στην όχθη και κοίταξε τα σύννεφα.
«Κάθε μέρα μπορεί να γίνει μια μεγάλη περιπέτεια», είπε χαμογελώντας.
Και καθώς τα πρώτα αστέρια άρχισαν να εμφανίζονται στον ουρανό, ο Τέρυ ο κροκόδειλος ανυπομονούσε ήδη για την επόμενη βόλτα στον αγαπημένο του ποταμό.
