Ο καλός λύκος ζούσε στην άκρη ενός μεγάλου δάσους, εκεί όπου τα πανύψηλα έλατα έφταναν σχεδόν μέχρι τα σύννεφα. Του άρεσε να περπατά στα ήσυχα μονοπάτια και να παρατηρεί πώς άλλαζε η φύση από εποχή σε εποχή.
Ένα πρωινό, όταν άνοιξε τα μάτια του, παρατήρησε πως όλα γύρω του ήταν κατάλευκα.
«Έπεσε το πρώτο χιόνι!» είπε με ενθουσιασμό.
Βγήκε έξω και πάτησε απαλά πάνω στο αφράτο χιόνι. Κάθε του βήμα άφηνε ένα καθαρό αποτύπωμα, ενώ οι νιφάδες συνέχιζαν να πέφτουν αργά από τον ουρανό.
Προχώρησε βαθύτερα στο δάσος και είδε τα κλαδιά των δέντρων να έχουν ντυθεί με λευκές κορδέλες από χιόνι. Όλα ήταν τόσο ήσυχα, που ακουγόταν μόνο το απαλό φύσημα του αέρα.
Ο καλός λύκος ανέβηκε σε έναν μικρό λόφο και κοίταξε γύρω του. Το δάσος είχε μεταμορφωθεί σε έναν απέραντο λευκό κόσμο.
Καθώς συνέχιζε τη βόλτα του, είδε μικρές νιφάδες να πέφτουν πάνω στη μουσούδα του. Σήκωσε το κεφάλι ψηλά και άφησε το χιόνι να τον αγγίξει.
Χαμογέλασε.
Ήταν η αγαπημένη του στιγμή του χειμώνα.
Λίγο αργότερα, ο ουρανός άρχισε να ανοίγει και οι πρώτες ακτίνες του ήλιου φώτισαν το χιονισμένο τοπίο. Το χιόνι άστραφτε σαν να ήταν γεμάτο μικροσκοπικά διαμάντια.
Ο καλός λύκος στάθηκε για λίγο στην κορυφή του λόφου και θαύμασε την ομορφιά της φύσης.
Ήξερε πως σε λίγες μέρες το χιόνι θα έλιωνε και το δάσος θα άλλαζε ξανά. Γι' αυτό ήθελε να απολαύσει κάθε στιγμή αυτής της ξεχωριστής ημέρας.
Με αργά βήματα συνέχισε την περιπλάνησή του ανάμεσα στα χιονισμένα έλατα, αφήνοντας πίσω του μια σειρά από πατημασιές που σύντομα θα σκέπαζαν οι καινούριες νιφάδες.
Και καθώς το δάσος βυθιζόταν στη γαλήνη του χειμώνα, ο καλός λύκος ένιωθε πως κάθε εποχή είχε τη δική της μοναδική μαγεία.
