Ο Κάστορας Δύτης ξύπνησε ένα ήσυχο πρωινό δίπλα στη μεγάλη λίμνη όπου ζούσε.
Φόρεσε τη μάσκα του, τα βατραχοπέδιλά του και πήρε μαζί του το μικρό αδιάβροχο σακίδιό του.
Σήμερα δεν έψαχνε για θησαυρούς.
Ένιωθε πως μια καινούρια ανακάλυψη τον περίμενε βαθιά μέσα στο νερό.
Βούτηξε απαλά και άρχισε να εξερευνά τον βυθό.
Πέρασε ανάμεσα από πανύψηλα υδρόβια φυτά, γυαλιστερές πέτρες και μικρά ψαράκια που έπαιζαν γύρω του.
Ξαφνικά παρατήρησε μια μεγάλη πέτρινη αψίδα καλυμμένη με βρύα.
Πάνω της υπήρχε μια επιγραφή.
«Υποβρύχια Βιβλιοθήκη των Ανακαλύψεων»
Με απορία πέρασε την αψίδα και βρέθηκε μπροστά σε ένα εκπληκτικό κτίριο.
Οι τοίχοι του ήταν φτιαγμένοι από διάφανο γυαλί, ενώ μέσα κολυμπούσαν μικρές φυσαλίδες που έμοιαζαν με λαμπερά αστέρια.
Στην είσοδο τον υποδέχθηκε μια σοφή χελώνα με στρογγυλά γυαλιά.
«Καλώς ήρθες», είπε χαμογελώντας.
«Εδώ δεν διαβάζουμε μόνο βιβλία. Ζούμε τις ιστορίες τους.»
Η πρώτη αίθουσα λεγόταν Η Αίθουσα των Χαρτών.
Μόλις ο Κάστορας άνοιξε έναν μεγάλο χάρτη, άρχισε να φωτίζεται.
Ποτάμια, λίμνες, καταρράκτες και θάλασσες εμφανίζονταν μπροστά του σαν να ταξίδευε πραγματικά σε κάθε γωνιά του κόσμου.
Στη δεύτερη αίθουσα υπήρχαν βιβλία που δεν είχαν λέξεις.
Όταν άνοιγες μία σελίδα, ξεπηδούσαν μικρές τρισδιάστατες εικόνες.
Ένα ηφαίστειο άρχισε να σχηματίζεται μπροστά του.
Έπειτα εμφανίστηκε ένα δάσος, μια έρημος και μια παγωμένη περιοχή γεμάτη πιγκουίνους.
Ήταν σαν να έκανε τον γύρο της Γης μέσα σε λίγα λεπτά.
Η επόμενη αίθουσα ήταν η πιο παράξενη από όλες.
Ονομαζόταν Το Εργαστήριο των Ερωτήσεων.
Στους τοίχους δεν υπήρχαν βιβλία, αλλά χιλιάδες φωτεινά κουτιά.
Κάθε κουτί έκρυβε μια ερώτηση.
«Γιατί λάμπουν τα αστέρια;»
«Πώς βρίσκουν τον δρόμο τους τα αποδημητικά πουλιά;»
«Πόσο βαθιά είναι οι ωκεανοί;»
Η σοφή χελώνα εξήγησε πως κάθε μεγάλη ανακάλυψη ξεκινά πάντα από μία απλή ερώτηση.
Ο Κάστορας χαμογέλασε.
Κατάλαβε πως η περιέργεια είναι ο καλύτερος οδηγός για κάθε εξερευνητή.
Πριν φύγει, ανέβηκαν σε έναν γυάλινο θόλο στην κορυφή της βιβλιοθήκης.
Από εκεί μπορούσαν να παρατηρούν ολόκληρο τον βυθό.
Κοπάδια ψαριών περνούσαν σαν πολύχρωμα σύννεφα, χελώνες κολυμπούσαν ήρεμα και οι ακτίνες του ήλιου έφταναν μέχρι τον πυθμένα, φωτίζοντας τα πάντα.
Η χελώνα τού χάρισε έναν μικρό σελιδοδείκτη σε σχήμα κοχυλιού.
«Δεν δείχνει μόνο σε ποια σελίδα σταμάτησες», του είπε.
«Σου θυμίζει πως πάντα υπάρχει μια καινούρια ιστορία να ανακαλύψεις.»
Ο Κάστορας φύλαξε προσεκτικά το δώρο του και πήρε τον δρόμο της επιστροφής.
Καθώς ανέβαινε προς την επιφάνεια, ένιωθε πως δεν είχε επιστρέψει μόνο με μια όμορφη ανάμνηση.
Είχε επιστρέψει με ακόμη μεγαλύτερη δίψα για γνώση.
Γιατί κατάλαβε πως ο πιο σπουδαίος θησαυρός δεν είναι αυτός που κρύβεται στον βυθό, αλλά εκείνος που γεμίζει το μυαλό με νέες ιδέες και την καρδιά με την επιθυμία να εξερευνεί τον κόσμο κάθε μέρα.
