Ο αστυνόμος Κάβουρας ξεκινούσε κάθε πρωί την περιπολία του στον βυθό. Φορούσε πάντα το μπλε καπελάκι του, κρατούσε το μικρό του σημειωματάριο και περπατούσε προσεκτικά πάνω στην άμμο, παρατηρώντας τα πάντα γύρω του.
Εκείνο το πρωινό η θάλασσα ήταν γεμάτη κίνηση. Μικρά ψάρια περνούσαν γρήγορα από τη μία πλευρά στην άλλη, χελώνες κολυμπούσαν ήρεμα και χταπόδια άλλαζαν συνεχώς χρώματα καθώς εξερευνούσαν τον βυθό.
Ο αστυνόμος Κάβουρας φρόντιζε να είναι όλα σε τάξη.
Ξαφνικά, ένα δυνατό θαλάσσιο ρεύμα πέρασε ανάμεσα στους βράχους και σήκωσε την άμμο ψηλά. Για λίγα λεπτά η ορατότητα μειώθηκε και όλα έμοιαζαν θολά.
Ο αστυνόμος στάθηκε ακίνητος και περίμενε υπομονετικά να καθαρίσει το νερό.
Όταν η άμμος κατακάθισε, συνέχισε την περιπολία του.
Λίγο πιο πέρα, είδε μια μεγάλη συστάδα από φύκια που χόρευαν με το ρεύμα, κλείνοντας σχεδόν ολόκληρο το πέρασμα.
«Σήμερα ο δρόμος αλλάζει», είπε χαμογελώντας.
Έτσι, ακολούθησε μια διαφορετική διαδρομή ανάμεσα στους βράχους. Καθώς προχωρούσε, ανακάλυψε ένα όμορφο σημείο όπου το φως του ήλιου περνούσε μέσα από το νερό και σχημάτιζε φωτεινές γραμμές πάνω στην άμμο.
Ο αστυνόμος Κάβουρας έβγαλε το σημειωματάριό του και έγραψε:
«Σημερινή παρατήρηση: Ο βυθός αλλάζει κάθε μέρα. Αξίζει πάντα μια καινούρια διαδρομή.»
Το απόγευμα, καθώς ο ήλιος άρχισε να χαμηλώνει, η θάλασσα έγινε και πάλι ήρεμη.
Ο αστυνόμος ολοκλήρωσε την περιπολία του και στάθηκε πάνω σε έναν μεγάλο βράχο, κοιτάζοντας τις ακτίνες του ήλιου να φωτίζουν τον βυθό.
Χαμογέλασε με ικανοποίηση.
Άλλη μία όμορφη μέρα είχε περάσει και αύριο ο βυθός θα είχε σίγουρα κάτι καινούριο να του δείξει.
