Η Άννα η ζαργάνα κολυμπούσε γρήγορα στα γαλάζια νερά της θάλασσας ένα φωτεινό καλοκαιρινό πρωινό, όταν παρατήρησε ένα κοπάδι από πολύχρωμα ψαράκια να πηγαίνει προς έναν άγνωστο κόλπο.
«Πού να πηγαίνουν άραγε;» αναρωτήθηκε.
Γεμάτη περιέργεια, αποφάσισε να τα ακολουθήσει.
Πέρασε ανάμεσα από κοραλλιογενείς υφάλους, εντυπωσιακά κοχύλια και μεγάλες θαλάσσιες σπηλιές.
Ύστερα από λίγο, έφτασε σε ένα μέρος που της έκοψε την ανάσα.
Ο βυθός ήταν γεμάτος θαλάσσια λουλούδια που χόρευαν απαλά με το ρεύμα.
Άλλα ήταν μωβ.
Άλλα γαλάζια.
Άλλα πορτοκαλί και χρυσαφένια.
Έμοιαζαν σαν ένας τεράστιος ανθισμένος κήπος κάτω από τη θάλασσα.
Η Άννα κολυμπούσε ανάμεσά τους με προσοχή, χωρίς να τα αγγίζει.
Μικροί ιππόκαμποι έκαναν βόλτες ανάμεσα στα φύλλα.
Πολύχρωμα ψαράκια κρύβονταν πίσω από τα κοράλλια.
Και μια μεγάλη θαλάσσια χελώνα περνούσε ήρεμα από δίπλα της.
Η Άννα συνέχισε την εξερεύνηση μέχρι που έφτασε σε έναν βράχο από όπου μπορούσε να δει ολόκληρο το λιβάδι.
Οι ακτίνες του ήλιου περνούσαν μέσα από το νερό και έκαναν τα λουλούδια να λαμπυρίζουν σαν πολύτιμοι λίθοι.
«Είναι το πιο όμορφο μέρος που έχω δει ποτέ!» είπε χαμογελώντας.
Έμεινε εκεί για ώρα, απολαμβάνοντας την ηρεμία του βυθού και το απαλό λίκνισμα των φυτών.
Όταν ήρθε η ώρα να επιστρέψει, κοίταξε άλλη μία φορά το πολύχρωμο τοπίο.
«Η θάλασσα έχει πάντα κάτι καινούριο να μας δείξει», σκέφτηκε.
Και με μια γρήγορη κίνηση της ουράς της, η Άννα η ζαργάνα συνέχισε το ταξίδι της μέσα στα γαλάζια νερά, έτοιμη να ανακαλύψει την επόμενη όμορφη γωνιά του απέραντου ωκεανού.
