Βαθιά στον μαγικό βυθό, εκεί που τα κοράλλια λάμπουν σαν πολύχρωμα φώτα και τα ψαράκια παίζουν κρυφτό, υπήρχε μια ξεχωριστή σχολή.
Ήταν η Σχολή Καράτε του Ζαχαρία, του καρχαρία με τη μεγάλη καρδιά.
Ο Ζαχαρίας δεν ήταν τρομακτικός.
Φορούσε πάντα τη λευκή του στολή, στεκόταν ίσια και μιλούσε ήρεμα.
Κάθε μάθημα ξεκινούσε με χαμόγελο.
«Καλώς ήρθατε παιδιά!» είπε ένα πρωί.
«Σήμερα ξεκινάμε τα πρώτα μας μαθήματα. Και πρώτα απ’ όλα… γυμναστική!»
Τα ψαράκια άπλωσαν πτερύγια και ουρές, έκαναν διατάσεις και γέλασαν.
Το σώμα ζεσταινόταν και το μυαλό ξυπνούσε σιγά σιγά.
Στην άκρη όμως στεκόταν λίγο διστακτικός ο χταπόδης Οκτάβιος.
Κοίταζε τα πόδια του…
ένα, δύο, τρία, τέσσερα… μέχρι το οχτώ.
«Κι αν τα μπερδέψω;» σκέφτηκε.
«Κι αν πέσω; Κι αν γελάσουν μαζί μου;»
Ο Ζαχαρίας τον πλησίασε ήρεμα.
«Οκτάβιε», του είπε, «στο καράτε δεν φοβόμαστε τα λάθη.
Μαθαίνουμε από αυτά με σεβασμό».
Ξεκίνησαν τις πρώτες κινήσεις.
Αργές, κυκλικές, ήρεμες.
Χέρια εδώ, πόδια εκεί.
Ο Οκτάβιος προσπάθησε…
μπέρδεψε δύο πόδια…
μετά τρία…
και στο τέλος έγινε ένας μικρός κόμπος!
Όλοι σταμάτησαν.
Και τότε… γέλια!
Όχι κοροϊδευτικά.
Γέλια φιλικά, γεμάτα καλοσύνη.
Ο Ζαχαρίας σήκωσε το χέρι.
«Υπόκλιση!» είπε.
Όλοι έσκυψαν ελαφρά.
Γιατί στο καράτε πρώτα μαθαίνεις να σέβεσαι.
Τον εαυτό σου και τους άλλους.
«Ξαναδοκιμάζουμε», είπε ο Ζαχαρίας.
«Αργά. Με αναπνοή. Και με χαμόγελο».
Ο Οκτάβιος πήρε βαθιά ανάσα.
Έκανε ένα βήμα… μετά άλλο ένα…
Τα πόδια του δεν ήταν πια μπερδεμένα.
Ήταν απλώς… διαφορετικά.
Στο τέλος του μαθήματος, όλοι κάθισαν ήρεμα.
Το σώμα ξεκουράστηκε.
Το μυαλό ησύχασε.
«Τι μάθαμε σήμερα;» ρώτησε ο Ζαχαρίας.
«Γυμναστική!» φώναξε ένα ψαράκι.
«Πειθαρχία!» είπε ένα άλλο.
Ο Οκτάβιος χαμογέλασε και είπε σιγά:
«Σεβασμό… και πως δεν πειράζει να φοβάσαι στην αρχή».
Ο Ζαχαρίας χαμογέλασε περήφανα.
Και έτσι, στη Σχολή Καράτε του Ζαχαρία,
κάθε μέρα δεν μάθαιναν μόνο κινήσεις…
μάθαιναν πώς να γίνονται δυνατοί, ήρεμοι και καλοί φίλοι.
