Ο αστυνόμος Κάβουρας έκανε τη συνηθισμένη του περιπολία στον βυθό της θάλασσας, όταν έφτασε μια επείγουσα είδηση στο μικρό του υποβρύχιο γραφείο.
«Κύριε αστυνόμε!» φώναξε το χταποδάκι Ταχύποδας.
«Το μεγάλο φωτεινό κοχύλι της πλατείας εξαφανίστηκε!»
Ο αστυνόμος Κάβουρας φόρεσε αμέσως το μπλε καπέλο του και πήρε τον μεγεθυντικό του φακό.
«Κανένα μυστήριο δεν μένει άλυτο!» είπε.
Πρώτα πήγε στην Πλατεία των Κοραλλιών.
Το κοχύλι είχε πραγματικά εξαφανιστεί.
Όμως δίπλα υπήρχαν μικρά ίχνη στην άμμο.
«Χμμ… ενδιαφέρον», είπε ο αστυνόμος Κάβουρας.
Τα ίχνη οδηγούσαν προς το Δάσος των Φυκιών.
Εκεί βρήκε μια γαρίδα που μάζευε κοχύλια.
«Είδες τίποτα περίεργο;» τη ρώτησε.
«Άκουσα κάποιον να τραγουδά και να σέρνει κάτι βαρύ», απάντησε εκείνη.
Ο αστυνόμος Κάβουρας συνέχισε την έρευνα.
Τα ίχνη τον οδήγησαν σε μια παλιά σπηλιά.
Μέσα άκουσε μια παράξενη μελωδία.
Προχώρησε προσεκτικά και τότε αντίκρισε μια απίστευτη εικόνα.
Ένα μικρό δελφίνι είχε βρει το φωτεινό κοχύλι και το είχε μεταφέρει εκεί για να κάνει συναυλίες με τη φωνή του, επειδή πίστευε ότι η σπηλιά ήταν πολύ σκοτεινή.
«Α, κύριε αστυνόμε!» είπε το δελφίνι τρομαγμένο.
«Δεν ήθελα να κάνω κάτι κακό. Απλώς μου άρεσε τόσο πολύ το φως του.»
Ο αστυνόμος Κάβουρας χαμογέλασε.
«Το κοχύλι ανήκει σε όλους τους κατοίκους του βυθού. Αλλά έχω μια καλύτερη ιδέα.»
Έτσι, το κοχύλι επέστρεψε στην πλατεία και κάθε Σάββατο το μικρό δελφίνι έδινε συναυλίες κάτω από το φως του, για όλους τους κατοίκους της θάλασσας.
Και ο αστυνόμος Κάβουρας, αφού έλυσε ακόμα ένα μυστήριο, συνέχισε την περιπολία του.
Γιατί ήξερε πως κάπου στον απέραντο βυθό, μια νέα υπόθεση τον περίμενε.
