Ο Τζακ και η Τζίνη αγαπούσαν τα ταξίδια περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Κάθε φορά που έβρισκαν έναν νέο προορισμό, ετοίμαζαν τα σακίδιά τους και ξεκινούσαν χωρίς δεύτερη σκέψη.
Ένα πρωινό έφτασαν σε έναν παλιό σιδηροδρομικό σταθμό, όπου τους περίμενε ένα τρένο που περνούσε μέσα από βουνά, γέφυρες και καταπράσινες κοιλάδες.
Μόλις ακούστηκε το σφύριγμα της μηχανής, οι πόρτες έκλεισαν και το ταξίδι ξεκίνησε.
Στην αρχή το τρένο περνούσε δίπλα από μεγάλες πεδιάδες. Λίγο αργότερα άρχισε να ανεβαίνει στις πλαγιές των βουνών, ακολουθώντας σιδηροτροχιές που έμοιαζαν να ακουμπούν στις άκρες των βράχων.
Ο Τζακ κοίταζε συνεχώς από το παράθυρο.
«Δεν έχω ξαναδεί τόσο όμορφη διαδρομή», είπε.
Το τρένο μπήκε σε μια μεγάλη πέτρινη σήραγγα. Για λίγα δευτερόλεπτα όλα σκοτείνιασαν και ακούγονταν μόνο ο ήχος των τροχών πάνω στις ράγες.
Μόλις βγήκαν ξανά στο φως, μπροστά τους απλώθηκε μια τεράστια λίμνη που καθρέφτιζε τις κορυφές των βουνών.
Η Τζίνη έβγαλε τη φωτογραφική της μηχανή και απαθανάτισε το τοπίο.
Καθώς το ταξίδι συνεχιζόταν, το τρένο περνούσε πάνω από εντυπωσιακές γέφυρες, δίπλα από μικρά χωριά με πέτρινα σπίτια και μέσα από δάση με πανύψηλα έλατα.
Σε κάθε στροφή εμφανιζόταν και μια καινούρια εικόνα.
Ύστερα από αρκετές ώρες, το τρένο έφτασε στον τελευταίο σταθμό. Ο Τζακ και η Τζίνη κατέβηκαν και περπάτησαν μέχρι ένα σημείο όπου μπορούσαν να δουν ολόκληρη την κοιλάδα.
Έμειναν για λίγο σιωπηλοί, απολαμβάνοντας τη θέα.
«Αυτό είναι το πιο όμορφο κομμάτι κάθε ταξιδιού», είπε η Τζίνη. «Οι εικόνες που μένουν για πάντα στη μνήμη μας.»
Ο Τζακ συμφώνησε χαμογελώντας.
Πριν φύγουν, άνοιξαν τον χάρτη τους και διάλεξαν τον επόμενο προορισμό.
Γιατί για εκείνους, κάθε ταξίδι ήταν η αρχή μιας νέας ιστορίας που περίμενε να γραφτεί.
