Ο Τζακ και η Τζίνη αγαπούσαν τα ταξίδια και είχαν έναν χάρτη γεμάτο προορισμούς που ονειρεύονταν να επισκεφθούν. Κάθε φορά που ολοκλήρωναν μία εκδρομή, διάλεγαν αμέσως την επόμενη.
Ένα καλοκαιρινό πρωινό επιβιβάστηκαν σε ένα μικρό πλοίο με προορισμό ένα απομονωμένο νησί, γνωστό για τον παλιό πέτρινο φάρο που στεκόταν στην κορυφή ενός λόφου.
Όταν έφτασαν στο λιμάνι, άρχισαν να περπατούν σε ένα πλακόστρωτο μονοπάτι που οδηγούσε προς τον φάρο.
Στη διαδρομή περνούσαν δίπλα από χαμηλά πέτρινα σπίτια, ανθισμένες αυλές και μικρούς ανεμόμυλους που γύριζαν αργά με το φύσημα του ανέμου.
Ύστερα από λίγη ώρα έφτασαν στην κορυφή του λόφου.
Ο παλιός φάρος υψωνόταν μπροστά τους, αγναντεύοντας τη θάλασσα εδώ και πολλά χρόνια.
Ο Τζακ και η Τζίνη ανέβηκαν τα πέτρινα σκαλιά μέχρι το ψηλότερο σημείο.
Από εκεί η θέα ήταν εντυπωσιακή.
Μπορούσαν να δουν μικρά νησάκια διάσπαρτα στο γαλάζιο πέλαγος, ιστιοπλοϊκά που ταξίδευαν αργά και απότομους βράχους που κατέληγαν στη θάλασσα.
Έμειναν αρκετή ώρα απολαμβάνοντας το τοπίο.
Στη συνέχεια ακολούθησαν ένα στενό μονοπάτι που κατέβαινε προς έναν μικρό όρμο.
Το νερό ήταν τόσο καθαρό, που μπορούσαν να διακρίνουν τον βυθό ακόμη και από την ακτή.
Κάθισαν για λίγο πάνω σε έναν μεγάλο βράχο και άκουγαν μόνο τον ήχο των κυμάτων.
Όταν ο ήλιος άρχισε να δύει, ο φάρος φωτίστηκε και η μεγάλη του δέσμη άρχισε να περιστρέφεται αργά πάνω από τη θάλασσα.
Ο Τζακ κοίταξε τη Λυδία και χαμογέλασε.
«Κάθε ταξίδι μάς χαρίζει εικόνες που δεν θα ξεχάσουμε ποτέ.»
Η Τζίνη συμφώνησε.
Καθώς επέστρεφαν στο λιμάνι, ήξεραν πως σύντομα θα άνοιγαν ξανά τον χάρτη τους, αναζητώντας τον επόμενο όμορφο προορισμό που θα γινόταν η νέα τους περιπέτεια.
