Ψηλά, πολύ ψηλά στον ουρανό, ζούσε ένα μικρό λευκό συννεφάκι.
Ήταν απαλό σαν βαμβάκι και ήρεμο σαν πρωινό φως.
Μα μέσα του έκρυβε κάτι πολύ δυνατό…
τη δύναμη να δίνει θάρρος.
Κάθε μέρα ταξίδευε πάνω από πόλεις και χωριά, βουνά και θάλασσες.
Και όπου έβλεπε παιδικά μάτια γεμάτα δισταγμό, κατέβαινε λίγο πιο χαμηλά.
Μια μέρα πέταξε πάνω από ένα σχολείο.
Στην αυλή στεκόταν ένα αγόρι μόνο του, κρατώντας μια μπάλα, μα δεν τολμούσε να παίξει με τα άλλα παιδιά.
Το συννεφάκι γλίστρησε απαλά στον ουρανό και ψιθύρισε:
«Το πρώτο βήμα είναι πάντα το πιο γενναίο.»
Το αγόρι σήκωσε το κεφάλι του.
Έκανε ένα μικρό βήμα… και μετά άλλο ένα.
Σε λίγο γελούσε μαζί με τους φίλους του.
Το συννεφάκι χαμογέλασε.
Ένα ακόμα παιδί είχε βρει το θάρρος του.
Σε ένα άλλο μέρος του κόσμου, ένα κορίτσι κρατούσε ένα τετράδιο γεμάτο ζωγραφιές.
Ήθελε να τις δείξει, μα φοβόταν.
Το συννεφάκι στάθηκε πάνω από το παράθυρό της και άφησε μια μικρή σκιά σε σχήμα καρδιάς.
Και της είπε σιγανά:
«Το θάρρος δεν είναι να μη φοβάσαι… είναι να προχωράς παρόλο που φοβάσαι.»
Το κορίτσι άνοιξε το τετράδιο.
Και για πρώτη φορά, άφησε τους άλλους να δουν τα όνειρά της.
Ένα βράδυ, το συννεφάκι πέταξε πάνω από μια πόλη γεμάτη φώτα.
Σε ένα δωμάτιο, ένα μικρό παιδί δεν μπορούσε να κοιμηθεί.
Φοβόταν το σκοτάδι.
Το συννεφάκι πλησίασε το παράθυρο και άφησε το φως του φεγγαριού να περάσει απαλά μέσα.
Και ψιθύρισε:
«Το σκοτάδι δεν φεύγει με φόβο… φεύγει με ένα μικρό φως στην καρδιά.»
Το παιδί έκλεισε τα μάτια του.
Και κοιμήθηκε χαμογελώντας.
Από τότε, κάθε φορά που τα παιδιά έβλεπαν ένα λευκό συννεφάκι στον ουρανό,
θυμούνταν πως μέσα τους υπάρχει κάτι πολύ σπουδαίο.
Κάτι που τους βοηθά να μιλούν όταν φοβούνται.
Να δοκιμάζουν όταν διστάζουν.
Να συνεχίζουν όταν κουράζονται.
Και το συννεφάκι συνέχισε να ταξιδεύει…
όχι για να αλλάξει τον κόσμο μόνο του,
αλλά για να μάθει στα παιδιά ότι έχουν ήδη τη δύναμη να τον αλλάξουν.
Γιατί το θάρρος δεν ζει μόνο στον ουρανό.
Ζει… μέσα τους.
