Μία φορά και έναν καιρό ξημέρωσε στον ουρανό ένας ήλιος διαφορετικός από όλους τους άλλους.
Δεν ήταν μόνο φωτεινός…
Ήταν χαμογελαστός.
Κάθε πρωί, πριν ακόμα ξυπνήσουν οι άνθρωποι, ο ήλιος άνοιγε τα μάτια του και έλεγε:
«Σήμερα θα ζεστάνω όχι μόνο τον κόσμο… αλλά και τις καρδιές!»
Και έτσι ξεκινούσε το ταξίδι του.
Πρώτα έστειλε τις ζεστές του ακτίνες σε ένα μικρό χωριό.
Εκεί, μια γιαγιά καθόταν μόνη στο παράθυρο και κοιτούσε τον δρόμο.
Ο ήλιος άγγιξε απαλά το πρόσωπό της και της ψιθύρισε:
«Δεν είσαι μόνη. Η αγάπη πάντα βρίσκει τον δρόμο για να έρχεται κοντά σου.»
Η γιαγιά χαμογέλασε.
Και η καρδιά της ζεστάθηκε λίγο περισσότερο από το τσάι που κρατούσε.
Ύστερα, ο ήλιος ταξίδεψε πάνω από μια μεγάλη πόλη.
Σε ένα σχολείο, ένα παιδί φοβόταν να μιλήσει μπροστά στην τάξη.
Ο ήλιος έστειλε μια μικρή, χρυσή ακτίνα στον ώμο του και του είπε:
«Κάθε φωνή αξίζει να ακουστεί. Και η δική σου είναι ξεχωριστή.»
Το παιδί σήκωσε το χέρι του.
Και εκείνη τη μέρα, μίλησε με θάρρος.
Στο τέλος της ημέρας, ο ήλιος έφτασε σε ένα πάρκο.
Εκεί, δύο φίλοι είχαν μαλώσει και κάθονταν μακριά ο ένας από τον άλλο.
Ο χαμογελαστός ήλιος φώτισε ανάμεσά τους και τους ψιθύρισε:
«Η ζεστασιά δεν είναι μόνο στο φως… είναι και στη συγγνώμη.»
Οι φίλοι κοίταξαν ο ένας τον άλλο.
Και χωρίς να πουν λέξη, αγκαλιάστηκαν.
Καθώς η μέρα τελείωνε, ο ήλιος άρχισε σιγά σιγά να κατεβαίνει.
Πριν κλείσει τα μάτια του, κοίταξε τη Γη και είπε:
«Σήμερα ζέστανα πολλές καρδιές.
Και αύριο… θα το ξανακάνω.»
Και από τότε, κάθε φορά που οι άνθρωποι νιώθουν ένα απαλό φως στο πρόσωπό τους,
θυμούνται πως κάπου ψηλά υπάρχει ένας ήλιος που δεν φωτίζει μόνο τον κόσμο…
αλλά φροντίζει και τις καρδιές.
