Τα ξωτικά ξύπνησαν νωρίς ένα χειμωνιάτικο πρωινό και άνοιξαν τις πόρτες του μεγάλου εργαστηρίου τους.
Σήμερα είχαν μια ξεχωριστή αποστολή.
Ήθελαν να κατασκευάσουν τα πιο πρωτότυπα παιχνίδια που είχαν φτιάξει ποτέ.
Ο Μίλο ζωγράφιζε πολύχρωμα αεροπλανάκια.
Η Λίνα έφτιαχνε μικρές ξύλινες βάρκες.
Ο Τίμο κατασκεύαζε αρκουδάκια με μεγάλα χαμόγελα.
Και ο μικρός Νούνο δοκίμαζε καινούριες ιδέες για παιχνίδια που πετούσαν σαν πουλιά.
Το εργαστήριο ήταν γεμάτο χρώματα, γέλια και όμορφες μυρωδιές από ξύλο και μπογιές.
Ξαφνικά, ένα μικρό σπουργίτι πέταξε μέσα από το παράθυρο και άφησε ένα κόκκινο φύλλο πάνω στο τραπέζι.
Πάνω του έγραφε:
«Διαγωνισμός Πρωτότυπων Παιχνιδιών»
Τα ξωτικά ενθουσιάστηκαν.
«Πρέπει να συμμετέχουμε!» είπαν όλα μαζί.
Έτσι άρχισαν να σκέφτονται νέες ιδέες.
Έφτιαξαν ένα τρενάκι που άλλαζε χρώματα.
Έναν χαρταετό σε σχήμα αστεριού.
Και μια μικρή μουσική σκηνή που έπαιζε χαρούμενες μελωδίες.
Μέχρι το απόγευμα, το εργαστήριο είχε γεμίσει πανέμορφες δημιουργίες.
Όταν έφτασε η ώρα του διαγωνισμού, όλα τα παιχνίδια τοποθετήθηκαν πάνω σε μεγάλα τραπέζια.
Οι επισκέπτες περπατούσαν και θαύμαζαν τις ιδέες των ξωτικών.
Όμως τα ξωτικά δεν ενδιαφέρονταν για τα βραβεία.
Χαμογελούσαν βλέποντας τα παιδιά να γελούν και να παίζουν.
Καθώς έπεφτε η νύχτα και τα αστέρια φώτιζαν τον ουρανό, τα ξωτικά κάθισαν έξω από το εργαστήριο και κοιτούσαν τα φωτάκια που αναβόσβηναν μέσα από τα παράθυρα.
«Η πιο όμορφη μαγεία», είπε ο Νούνο, «είναι να δημιουργείς πράγματα που κάνουν τους άλλους να χαμογελούν.»
Και έτσι, με τα μικρά τους εργαλεία και τη μεγάλη τους φαντασία, τα ξωτικά συνέχισαν να γεμίζουν το εργαστήριό τους με καινούριες ιδέες και υπέροχες δημιουργίες.
