Ο Άη Βασίλης ξύπνησε ένα φωτεινό ανοιξιάτικο πρωινό και αποφάσισε να κάνει κάτι διαφορετικό.
«Σήμερα δεν θα φτιάξω παιχνίδια», είπε χαμογελώντας.
«Σήμερα θα κατασκευάσω τους πιο όμορφους χαρταετούς του κόσμου!»
Μπήκε στο μεγάλο ξύλινο εργαστήριό του και άρχισε να διαλέγει πολύχρωμα υφάσματα, κορδέλες και ξύλινα πηχάκια.
Έφτιαξε έναν χαρταετό σε σχήμα αστεριού.
Έναν άλλον που έμοιαζε με πολύχρωμο δράκο.
Και έναν τεράστιο χαρταετό που είχε πάνω του ζωγραφισμένο ένα ουράνιο τόξο.
Όταν τελείωσε, φόρτωσε όλους τους χαρταετούς στο κόκκινο έλκηθρό του και ξεκίνησε για έναν μεγάλο λόφο γεμάτο καταπράσινα λιβάδια.
Το απαλό αεράκι φυσούσε ιδανικά.
Ο Άη Βασίλης πήρε τον πρώτο χαρταετό, άρχισε να τρέχει και σε λίγα δευτερόλεπτα εκείνος ανέβηκε ψηλά στον ουρανό.
Ένας ένας, όλοι οι χαρταετοί γέμισαν τον γαλάζιο ουρανό με χρώματα.
Κόκκινοι.
Μπλε.
Κίτρινοι.
Πράσινοι.
Μωβ.
Ολόκληρος ο ουρανός έμοιαζε με έναν τεράστιο πολύχρωμο πίνακα.
Ο Άη Βασίλης καθόταν στο γρασίδι και τους παρακολουθούσε να χορεύουν με τον άνεμο.
«Μερικές φορές», είπε χαμογελώντας, «οι πιο όμορφες στιγμές δεν χρειάζονται χιόνι. Χρειάζονται μόνο λίγο αέρα, χρώματα και πολλή φαντασία.»
Καθώς ο ήλιος άρχισε να δύει, οι χαρταετοί συνέχιζαν να πετούν ψηλά, ενώ ο ουρανός γέμιζε πορτοκαλί και χρυσές αποχρώσεις.
Ο Άη Βασίλης μάζεψε προσεκτικά τους χαρταετούς του, ανέβηκε στο έλκηθρο και ξεκίνησε για το επόμενο ταξίδι του, σκεπτόμενος ποια καινούρια δημιουργία θα έφτιαχνε την επόμενη φορά.
