Η Νταρντάνα Μελιτζάνα ξύπνησε ένα φωτεινό καλοκαιρινό πρωινό και παρατήρησε πως ο ουρανός ήταν εντελώς άδειος.
Δεν υπήρχε ούτε ένα σύννεφο.
Ούτε μικρό.
Ούτε μεγάλο.
Τότε είδε ένα μικρό μοβ αερόστατο να προσγειώνεται δίπλα της.
Από μέσα βγήκε ένα περιστέρι με έναν μακρύ κύλινδρο ζωγραφικής.
«Έχουμε ένα πρόβλημα!» είπε βιαστικά.
«Η Πόλη των Συννέφων χρειάζεται τη βοήθειά σου.»
Η Νταρντάνα ανέβηκε στο αερόστατο και το ταξίδι ξεκίνησε.
Ύστερα από λίγη ώρα έφτασαν σε μια πολιτεία που αιωρούνταν πάνω από τα σύννεφα.
Εκεί όλα ήταν λευκά.
Τα σπίτια.
Οι δρόμοι.
Οι πύργοι.
Ακόμη και τα ίδια τα σύννεφα.
Στην κεντρική πλατεία υπήρχαν τεράστιοι καμβάδες και πινέλα μεγαλύτερα από δέντρα.
Ένας γέρος ζωγράφος την πλησίασε.
«Κάθε πρωί ζωγραφίζουμε τα σύννεφα που θα ταξιδέψουν σε ολόκληρο τον κόσμο», της εξήγησε.
«Όμως σήμερα εξαφανίστηκαν όλα τα χρώματα.»
Η Νταρντάνα κοίταξε γύρω της.
Πράγματι, όλες οι μπογιές ήταν διάφανες.
«Πώς θα τα ξαναχρωματίσουμε;»
Ο ζωγράφος χαμογέλασε.
«Τα χρώματα δεν φτιάχνονται εδώ.
Τα δημιουργούν οι ιδέες.»
Την οδήγησε σε μια μεγάλη αίθουσα γεμάτη άδεια βαζάκια.
Πάνω σε κάθε βάζο υπήρχε μια λέξη.
Φαντασία.
Χαρά.
Περιέργεια.
Καλοσύνη.
Ο ζωγράφος άνοιξε το πρώτο βάζο.
Ξαφνικά εμφανίστηκε ένα απαλό γαλάζιο χρώμα.
Άνοιξε το δεύτερο.
Ξεπρόβαλε ένα λαμπερό κίτρινο.
Κάθε όμορφη σκέψη δημιουργούσε και ένα καινούριο χρώμα.
Η Νταρντάνα πήρε το μεγαλύτερο πινέλο που είχε δει ποτέ.
Μαζί με τους ζωγράφους άρχισε να δημιουργεί σύννεφα σε παράξενα σχήματα.
Άλλα έμοιαζαν με βιβλία.
Άλλα με μουσικά όργανα.
Άλλα με αερόστατα, πεταλούδες και χαμογελαστά αστέρια.
Όταν ολοκλήρωσαν τη δουλειά τους, ένας απαλός άνεμος παρέσυρε τα σύννεφα.
Άρχισαν να ταξιδεύουν σε κάθε γωνιά του κόσμου.
Πριν φύγει, ο ζωγράφος της χάρισε ένα μικρό λευκό πινέλο.
«Δεν έχει μπογιά», είπε η Νταρντάνα.
«Δεν χρειάζεται», της απάντησε.
«Ζωγραφίζει μόνο με τη φαντασία.»
Η Νταρντάνα το φύλαξε προσεκτικά και επέστρεψε στον λαχανόκηπό της.
Από εκείνη την ημέρα, κάθε φορά που κοιτούσε τον ουρανό, προσπαθούσε να ανακαλύψει ποιο σύννεφο είχε ζωγραφίσει η ίδια.
Και όταν κάποιο παιδί ξάπλωνε στο γρασίδι και έβλεπε στα σύννεφα δράκους, καράβια, κάστρα ή παράξενα ζωάκια, εκείνη χαμογελούσε.
Γιατί ήξερε πως τα πιο όμορφα χρώματα δεν βρίσκονται μέσα στα πινέλα.
Γεννιούνται πάντα μέσα στη φαντασία.
