Ο κύριος Λάχανος ξύπνησε ένα δροσερό πρωινό και, μόλις άνοιξε την πόρτα του σπιτιού του, βρήκε μπροστά του ένα μικρό πράσινο εισιτήριο.
Επάνω έγραφε:
«Μία μόνο είσοδος στο Εργοστάσιο των Εποχών.»
Ο κύριος Λάχανος δεν είχε ακούσει ποτέ για ένα τέτοιο μέρος.
Ακολούθησε τις οδηγίες του εισιτηρίου και έφτασε σε έναν λόφο, όπου τον περίμενε ένα μεγάλο ασανσέρ χωρίς τοίχους.
Μόλις μπήκε μέσα, το ασανσέρ άρχισε να ανεβαίνει ψηλά... τόσο ψηλά, που πέρασε πάνω από τα σύννεφα.
Στην κορυφή βρισκόταν ένα τεράστιο εργοστάσιο που έμοιαζε με μικρή πολιτεία.
Από τις καμινάδες του δεν έβγαινε καπνός.
Έβγαιναν σύννεφα, πολύχρωμα φύλλα, νιφάδες χιονιού και πέταλα λουλουδιών.
Στην είσοδο τον περίμενε μια σκαντζόχοιρος με μπλε φόρμα εργασίας.
«Καλώς ήρθες! Εδώ δημιουργούμε όλες τις εποχές του χρόνου.»
Η πρώτη αίθουσα ήταν γεμάτη τεράστια δοχεία.
Το ένα είχε μέσα άρωμα γιασεμιού.
Άλλο είχε ζεστές ακτίνες ήλιου.
Ένα τρίτο ήταν γεμάτο πρωινή δροσιά.
«Αυτά είναι τα υλικά της άνοιξης», εξήγησε η ξεναγός.
Λίγο πιο πέρα βρέθηκαν σε μια αίθουσα όπου τεράστιοι ανεμιστήρες φυσούσαν απαλά χρυσά φύλλα.
Ρομπότ τα χρωμάτιζαν ένα-ένα με πορτοκαλί, κόκκινο και κίτρινο πριν τα στείλουν στα δάση.
«Έτσι ετοιμάζεται το φθινόπωρο», είπε γελώντας.
Στην επόμενη αίθουσα υπήρχαν τεράστιοι παγοκρύσταλλοι που έλαμπαν σαν διαμάντια.
Ειδικές μηχανές τους μετέτρεπαν σε νιφάδες χιονιού.
Κάθε νιφάδα είχε διαφορετικό σχέδιο.
Ο κύριος Λάχανος κοίταζε έκπληκτος.
«Καμία δεν είναι ίδια;»
«Ούτε μία», απάντησε η ξεναγός.
Η τελευταία αίθουσα ήταν η πιο παράξενη.
Στο κέντρο υπήρχε ένα τεράστιο γυάλινο δοχείο... άδειο.
«Ξεχάσατε να το γεμίσετε;» ρώτησε.
Η σκαντζόχοιρος χαμογέλασε.
«Αυτό είναι το σημαντικότερο υλικό του εργοστασίου.»
«Μα είναι άδειο!»
«Φαίνεται άδειο. Στην πραγματικότητα γεμίζει μόνο όταν οι άνθρωποι απολαμβάνουν κάθε εποχή χωρίς να παραπονιούνται.»
Μόλις ο κύριος Λάχανος χαμογέλασε, μέσα στο δοχείο εμφανίστηκαν μικρές χρυσές σπίθες που άρχισαν να χορεύουν.
«Τι είναι αυτές;»
«Είναι η ευγνωμοσύνη. Χωρίς αυτήν, καμία εποχή δεν θα ήταν πραγματικά όμορφη.»
Πριν φύγει, του χάρισαν ένα μικρό ημερολόγιο.
Οι σελίδες του ήταν όλες λευκές.
«Δεν έχει τίποτα γραμμένο», είπε.
«Θα γεμίζει μόνο του», του εξήγησαν.
«Κάθε φορά που θα βρίσκεις κάτι όμορφο σε μια εποχή του χρόνου, θα εμφανίζεται μία νέα ζωγραφιά.»
Ο κύριος Λάχανος επέστρεψε στο σπίτι του κρατώντας το παράξενο ημερολόγιο.
Πέρασαν οι μέρες και οι σελίδες άρχισαν πραγματικά να γεμίζουν.
Ένα λουλούδι την άνοιξη.
Ένας λαμπερός ήλιος το καλοκαίρι.
Ένα πολύχρωμο φύλλο το φθινόπωρο.
Μια χιονονιφάδα τον χειμώνα.
Τότε κατάλαβε πως κάθε εποχή έχει τους δικούς της μικρούς θησαυρούς.
Και όποιος μαθαίνει να τους ανακαλύπτει, βρίσκει λόγους να χαμογελά ολόκληρο τον χρόνο.
