Ένα όμορφο πρωινό, ο Ντόζας εργαζόταν χαρούμενος δίπλα σε ένα μικρό ποτάμι που περνούσε κοντά στο εργοτάξιο.
Καθώς μετακινούσε χώμα και πέτρες, άκουσε ξαφνικά φωνές από την απέναντι όχθη.
«Βοήθεια! Βοήθεια!»
Ο Ντόζας κοίταξε προσεκτικά και είδε μια ομάδα μικρών λαγών.
Η ξύλινη γεφυρούλα που ένωνε τις δύο πλευρές του ποταμού είχε σπάσει κατά τη διάρκεια της νύχτας.
Οι λαγοί δεν μπορούσαν να περάσουν απέναντι για να φτάσουν στο δάσος όπου ζούσαν.
Ο Ντόζας σκέφτηκε αμέσως να βοηθήσει.
Έτρεξε στους φίλους του και ζήτησε βοήθεια.
Ο γερανός έφερε μεγάλα ξύλα.
Ο φορτωτής μετέφερε πέτρες.
Η μπετονιέρα έφερε υλικά για να γίνει η γέφυρα πιο δυνατή.
Όλοι δούλευαν μαζί.
Όλοι εκτός από έναν μικρό εκσκαφέα που πίστευε πως δεν χρειαζόταν να βοηθήσει.
«Θα τα καταφέρετε και χωρίς εμένα», είπε.
Οι ώρες περνούσαν και η γέφυρα προχωρούσε αργά.
Ο Ντόζας όμως δεν παραπονιόταν.
Συνέχιζε να δουλεύει με χαμόγελο.
Όταν ο μικρός εκσκαφέας είδε πόσο προσπαθούσαν οι υπόλοιποι, ένιωσε άσχημα.
Κατάλαβε πως η ομάδα τον χρειαζόταν.
Έτσι έτρεξε κοντά τους.
«Μπορώ να βοηθήσω κι εγώ;»
Ο Ντόζας χαμογέλασε.
«Φυσικά! Στους φίλους υπάρχει πάντα χώρος για έναν ακόμη.»
Με τη βοήθεια όλων, η γέφυρα ολοκληρώθηκε πριν δύσει ο ήλιος.
Οι λαγοί πέρασαν απέναντι γεμάτοι χαρά.
«Σας ευχαριστούμε!» φώναξαν.
Το ίδιο βράδυ οι κάτοικοι του δάσους διοργάνωσαν μια μεγάλη γιορτή για τον Ντόζα και τους φίλους του.
Υπήρχαν τραγούδια, παιχνίδια και πολλά γέλια.
Ο μικρός εκσκαφέας πλησίασε τον Ντόζα.
«Σήμερα έμαθα κάτι σημαντικό», είπε.
«Όταν όλοι βοηθούν, τα δύσκολα γίνονται εύκολα.»
Ο Ντόζας χαμογέλασε.
«Αυτό είναι το μυστικό της φιλίας.»
Και καθώς τα αστέρια φώτιζαν τον ουρανό, όλοι συμφώνησαν πως η καινούρια γέφυρα δεν ένωνε μόνο τις δύο όχθες του ποταμού.
Ένωνε και τις καρδιές όλων των φίλων.
