Η Νταίζη ξύπνησε νωρίς ένα ηλιόλουστο ανοιξιάτικο πρωινό και αποφάσισε να κάνει μια μεγάλη βόλτα στην εξοχή.
Καθώς περπατούσε ανάμεσα στα ανθισμένα λιβάδια, είδε μια ξύλινη πινακίδα.
«Κήπος με τις Πεταλούδες»
«Δεν έχω πάει ποτέ εκεί!» είπε χαρούμενα.
Ακολούθησε το μικρό μονοπάτι που περνούσε ανάμεσα από πολύχρωμα λουλούδια.
Λίγο αργότερα έφτασε σε έναν πανέμορφο κήπο.
Παντού πετούσαν πεταλούδες.
Μπλε, κίτρινες, πορτοκαλί, ροζ και μωβ.
Ολόκληρος ο κήπος έμοιαζε σαν να χόρευε.
Η Νταίζη κάθισε δίπλα σε ένα μικρό ξύλινο παγκάκι και παρατηρούσε τις πεταλούδες να πετούν από λουλούδι σε λουλούδι.
Στη μέση του κήπου υπήρχε ένα μικρό πέτρινο σιντριβάνι.
Το νερό έπεφτε απαλά και δημιουργούσε έναν γλυκό ήχο που έκανε το μέρος ακόμα πιο ήρεμο.
Η Νταίζη συνέχισε τη βόλτα της και ανακάλυψε ένα μονοπάτι γεμάτο λεβάντες.
Ο αέρας μύριζε υπέροχα.
Οι μέλισσες πετούσαν από άνθος σε άνθος και τα πουλάκια τραγουδούσαν πάνω στα δέντρα.
Καθώς πλησίαζε το απόγευμα, ο ήλιος άρχισε να χρωματίζει τον ουρανό με χρυσές και ροζ αποχρώσεις.
Η Νταίζη στάθηκε στην κορυφή ενός μικρού λόφου και κοίταξε τον κήπο από ψηλά.
«Μερικά μέρη είναι τόσο όμορφα, που μοιάζουν βγαλμένα από παραμύθι», είπε χαμογελώντας.
Πριν επιστρέψει στο σπίτι της, έκοψε ένα μικρό αγριολούλουδο για να το βάλει στο αγαπημένο της βιβλίο και να θυμάται για πάντα εκείνη την υπέροχη βόλτα.
Και καθώς ο ήλιος χανόταν πίσω από τα βουνά, η Νταίζη ήξερε πως την επόμενη φορά θα ανακάλυπτε ένα ακόμη όμορφο μέρος.
