Ο Τσάλαντζ αγαπούσε τις μεγάλες διαδρομές και δεν έχανε ποτέ την ευκαιρία να γνωρίσει έναν καινούριο τόπο. Κάθε ταξίδι του ήταν διαφορετικό και κάθε δρόμος οδηγούσε σε μια νέα εμπειρία.
Ένα πρωινό ξεκίνησε για μια απέραντη έρημο που ήταν γνωστή για τους παράξενους βράχους της. Ύστερα από αρκετή ώρα, άφησε πίσω του τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο και συνέχισε πάνω στην αμμουδιά.
Όσο προχωρούσε, έβλεπε τεράστιους βράχους να υψώνονται γύρω του. Άλλοι έμοιαζαν με κάστρα, άλλοι με γιγάντιους πύργους και άλλοι είχαν σχήματα που θύμιζαν ζώα.
Ο Τσάλαντζ σταμάτησε πολλές φορές για να τους παρατηρήσει.
«Η φύση είναι πραγματικός καλλιτέχνης», σκέφτηκε.
Λίγο πιο πέρα συνάντησε ένα στενό πέρασμα ανάμεσα σε δύο πανύψηλους βράχους. Προχώρησε αργά και, μόλις βγήκε από την άλλη πλευρά, αντίκρισε μια μεγάλη ανοιχτή πεδιάδα.
Ο αέρας είχε αφήσει πάνω στην άμμο κυματιστά σχέδια, σαν να τα είχε σχεδιάσει με ένα τεράστιο πινέλο.
Ο Τσάλαντζ συνέχισε τη διαδρομή του απολαμβάνοντας την ησυχία της ερήμου.
Καθώς πλησίαζε το απόγευμα, ο ήλιος άρχισε να χαμηλώνει και οι βράχοι άλλαζαν χρώμα. Οι σκιές τους μεγάλωναν και το τοπίο αποκτούσε μια εντελώς διαφορετική όψη.
Ο Τσάλαντζ ανέβηκε σε έναν μικρό λόφο και κοίταξε μέχρι εκεί που έφτανε ο ορίζοντας.
Δεν υπήρχε τίποτα άλλο παρά άμμος, βράχοι και ένας ατελείωτος ουρανός.
Έμεινε για λίγο να απολαμβάνει τη σιωπή.
Ύστερα έβαλε μπροστά και πήρε τον δρόμο της επιστροφής, γνωρίζοντας πως η έρημος είχε ακόμη πολλές γωνιές που περίμεναν να τις ανακαλύψει σε ένα επόμενο ταξίδι.
