Ο Σερ Αστέρης ήταν ένα γενναίο αυτοκινητάκι που αγαπούσε τις εξερευνήσεις περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.
Κάθε φορά που έβλεπε έναν άγνωστο δρόμο, δεν δίσταζε να τον ακολουθήσει.
Ένα πρωινό, καθώς οδηγούσε ανάμεσα σε καταπράσινους λόφους, είδε μια μεγάλη πέτρινη αψίδα.
Πάνω της έγραφε:
«Προς το Κάστρο των Τεσσάρων Πύργων.»
«Δεν έχω ξαναπάει εκεί!» είπε με ενθουσιασμό.
Ο δρόμος γινόταν όλο και πιο όμορφος.
Πέρασε μέσα από ένα δάσος με πανύψηλα δέντρα.
Διέσχισε μια παλιά πέτρινη γέφυρα πάνω από ένα γαλάζιο ποτάμι.
Και λίγο αργότερα βρέθηκε μπροστά σε ένα τεράστιο κάστρο.
Οι τέσσερις πύργοι του έφταναν σχεδόν μέχρι τα σύννεφα.
Στην αυλή υπήρχαν πολύχρωμοι κήποι, μικρά σιντριβάνια και λιθόστρωτα μονοπάτια.
Ο Σερ Αστέρης μπήκε προσεκτικά μέσα.
Ανέβηκε τη μεγάλη ράμπα που οδηγούσε στον ψηλότερο πύργο.
Από εκεί μπορούσε να δει ολόκληρη την κοιλάδα.
Μακριά φαίνονταν βουνά, λίμνες, δάση και ένας μεγάλος ανεμόμυλος που γύριζε αργά με τον αέρα.
«Τι υπέροχη θέα!» είπε χαμογελώντας.
Αφού εξερεύνησε κάθε γωνιά του κάστρου, συνέχισε τη διαδρομή του μέχρι έναν μεγάλο κήπο γεμάτο πολύχρωμα λουλούδια.
Έμεινε εκεί για ώρα, απολαμβάνοντας το απαλό αεράκι και το κελάηδημα των πουλιών.
Όταν ο ήλιος άρχισε να δύει, πήρε τον δρόμο της επιστροφής.
Καθώς οδηγούσε, χαμογελούσε.
«Ο κόσμος είναι γεμάτος όμορφα μέρη», είπε.
«Και κάθε διαδρομή μπορεί να γίνει μια νέα περιπέτεια.»
