Ο Μάγκας έτρεχε χαρούμενος με το buggy του μέσα στα μονοπάτια του δάσους, όταν ξαφνικά άκουσε μια φωνή.
«Βοήθεια!»
Σταμάτησε αμέσως και κοίταξε γύρω του.
Πίσω από κάτι θάμνους βρισκόταν ένα μικρό ελαφάκι που είχε παγιδευτεί σε μια λασπωμένη λακκούβα.
«Μην φοβάσαι!» είπε ο Μάγκας. «Θα σε βοηθήσω!»
Το ελαφάκι προσπαθούσε να βγει, αλλά όσο κουνιόταν τόσο περισσότερο βυθιζόταν.
Ο Μάγκας σκέφτηκε για λίγο.
«Μόνος μου δεν θα τα καταφέρω», είπε.
Έτσι ξεκίνησε να βρει βοήθεια.
Πρώτα συνάντησε τον κάστορα που έκοβε ξύλα δίπλα στο ποτάμι.
«Χρειαζόμαστε μερικά γερά κλαδιά!» είπε ο Μάγκας.
Μετά βρήκε δύο σκαντζόχοιρους που μάζευαν μήλα.
«Ελάτε μαζί μας! Ένας φίλος μας χρειάζεται!»
Σε λίγο όλα τα ζώα είχαν συγκεντρωθεί.
Ο κάστορας έφερε ξύλα.
Τα κουνελάκια έφεραν σχοινιά από κλήματα.
Τα πουλάκια πετούσαν από πάνω και έδειχναν το καλύτερο σημείο.
Ο Μάγκας στάθηκε σταθερά και όλοι μαζί άρχισαν να τραβούν.
«Ένα, δύο, τρία!» φώναξαν.
Και ξαφνικά…
Πλαφ!
Το μικρό ελαφάκι βγήκε από τη λάσπη και έπεσε πάνω στο γρασίδι.
«Τα κατάφερα!» φώναξε χαρούμενο.
Όλοι άρχισαν να γελούν και να χοροπηδούν από τη χαρά τους.
Το ελαφάκι πλησίασε τον Μάγκα.
«Σε ευχαριστώ! Αν δεν ήσουν εσύ, θα ήμουν ακόμα εκεί.»
Ο Μάγκας χαμογέλασε.
«Οι φίλοι δεν αφήνουν ποτέ κανέναν μόνο του.»
Το ίδιο βράδυ, όλα τα ζώα μαζεύτηκαν γύρω από τη λίμνη και έκαναν μια μικρή γιορτή.
Και ο Μάγκας, γεμάτος λάσπες αλλά και χαμόγελα, κοίταξε τα αστέρια και είπε:
«Δεν υπάρχει καλύτερη περιπέτεια από το να βοηθάς τους φίλους σου.»
