Η Νταίζη ξεκίνησε το ταξίδι της νωρίς το πρωί, όταν οι πρώτες ακτίνες του ήλιου άρχισαν να φωτίζουν τους δρόμους της εξοχής.
Ύστερα από αρκετή διαδρομή, έφτασε σε έναν δρόμο που δεν είχε ξαναδεί ποτέ.
Και στις δύο πλευρές υπήρχαν σειρές από ανθισμένες κερασιές. Τα κλαδιά τους έγερναν πάνω από τον δρόμο, σχηματίζοντας μια φυσική στοά.
Η Νταίζη επιβράδυνε για να απολαύσει το τοπίο.
Ένα απαλό αεράκι παρέσυρε μερικά πέταλα, που χόρευαν στον αέρα πριν ακουμπήσουν απαλά στο οδόστρωμα.
Λίγο πιο μπροστά ο δρόμος περνούσε δίπλα από ένα μικρό ποτάμι. Το νερό κυλούσε ήρεμα, ενώ στις όχθες του φύτρωναν μεγάλα δέντρα που καθρεφτίζονταν στην επιφάνειά του.
Η Νταίζη συνέχισε τη διαδρομή της χωρίς βιασύνη.
Σε μια στροφή ανακάλυψε ένα ξύλινο παρατηρητήριο στην κορυφή ενός λόφου.
Ανέβηκε μέχρι εκεί και σταμάτησε για λίγο.
Από ψηλά μπορούσε να δει ολόκληρη την κοιλάδα, γεμάτη ανθισμένα δέντρα, μικρά γεφυράκια και στενούς δρόμους που χάνονταν στο βάθος.
Έμεινε για αρκετή ώρα απολαμβάνοντας τη θέα.
Όταν αποφάσισε να συνεχίσει, ο δρόμος την οδήγησε μέσα από ένα μικρό δάσος, όπου οι ακτίνες του ήλιου περνούσαν ανάμεσα στα κλαδιά και φώτιζαν τη διαδρομή της.
Καθώς πλησίαζε το απόγευμα, ο ουρανός πήρε ζεστές αποχρώσεις και τα άνθη των κερασιών έμοιαζαν να λάμπουν ακόμη περισσότερο.
Η Νταίζη χαμογέλασε.
Δεν είχε σημασία πόσο μακριά θα την οδηγούσε ο δρόμος.
Αυτό που έκανε κάθε ταξίδι ξεχωριστό ήταν οι εικόνες που ανακάλυπτε στη διαδρομή.
Με ήρεμο ρυθμό συνέχισε την πορεία της, ανυπομονώντας να δει τι όμορφο θα συναντούσε στην επόμενη στροφή.
