Η Κλέα ξύπνησε νωρίς εκείνο το πρωί.
Ο ήλιος μόλις είχε βγει και οι δρόμοι της πόλης ήταν ήσυχοι. Οι σκούπες της άρχισαν να γυρίζουν απαλά, σβουρ-σβουρ, καθώς ξεκίνησε τη βόλτα της.
Η Κλέα αγαπούσε την πόλη.
Αγαπούσε τους δρόμους, τις πλατείες και τα πάρκα.
Και πιο πολύ απ’ όλα, αγαπούσε να τα κρατά καθαρά.
Όταν έφτασε στην πλατεία, σταμάτησε για λίγο.
Είδε χαρτάκια στο πάτωμα.
Ένα πλαστικό μπουκάλι δίπλα στο παγκάκι.
Ένα κουτάκι κάτω από το δέντρο.
Η Κλέα δεν θύμωσε.
Χαμογέλασε.
«Σήμερα», σκέφτηκε, «είναι καλή μέρα για μάθημα».
Λίγο πιο πέρα, μερικά παιδιά έπαιζαν και γελούσαν. Η Κλέα πλησίασε σιγά και έκανε ένα απαλό βρουμ βρουμ.
- «Γεια σου, Κλέα!» φώναξαν τα παιδιά.
- «Γεια σας, φίλοι μου!» απάντησε χαρούμενα. «Θέλετε να μάθουμε κάτι όλοι μαζί;»
Τα παιδιά πλησίασαν με περιέργεια.
Η Κλέα τους έδειξε τρεις μεγάλους κάδους:
έναν μπλε, έναν πράσινο και έναν κίτρινο.
«Αυτοί οι κάδοι», είπε, «μας βοηθούν να φροντίζουμε την πόλη μας. Αυτό λέγεται ανακύκλωση».
Ένα παιδάκι σήκωσε το χέρι.
- «Και τι κάνουμε;»
Η Κλέα πήρε ένα πλαστικό μπουκάλι με τις σκούπες της.
«Το πλαστικό πάει στον μπλε κάδο. Έτσι μπορεί να γίνει ξανά κάτι χρήσιμο!»
Μετά πήρε ένα χαρτάκι.
«Το χαρτί δεν θέλει να μένει κάτω. Θέλει να ξαναχρησιμοποιηθεί!»
Τα παιδιά άρχισαν να μαζεύουν σκουπιδάκια.
- «Κλέα, αυτό πού πάει;»
- «Κι αυτό;»
Η πλατεία γέμισε κίνηση, αλλά όχι φασαρία.
Γέμισε φροντίδα.
Σιγά-σιγά, ο χώρος καθάρισε.
Το γρασίδι φαινόταν πιο πράσινο.
Ο αέρας πιο καθαρός.
Η Κλέα κοίταξε τα παιδιά και είπε απαλά:
«Δεν κρατάω εγώ μόνη μου την πόλη καθαρή.
Την κρατάμε μαζί».
Τα παιδιά χαμογέλασαν περήφανα.
- «Θα ανακυκλώνουμε!»
- «Θα προσέχουμε!»
- «Θα αγαπάμε την πόλη μας!»
Η Κλέα έκανε ένα χαρούμενο βρουμ και συνέχισε τη διαδρομή της.
Ήξερε κάτι πολύ σημαντικό:
Όταν τα παιδιά μαθαίνουν να φροντίζουν τον κόσμο γύρω τους,
η πόλη γίνεται ένα πιο όμορφο σπίτι για όλους.
Και η Κλέα ήταν εκεί.
Κάθε μέρα.
