Στην πόλη των αυτοκινήτων, εκεί που οι δρόμοι λάμπουν και τα φανάρια χαμογελούν, υπήρχε ένα όχημα που όλοι ήξεραν καλά.
Ήταν η Πάξι το πυροσβεστικό..
Το πυροσβεστικό με την κόκκινη καρδιά και τη μεγάλη ψυχή.
Μόλις ακουγόταν η σειρήνα της…
ουιιου ουιιιου ουιιι!
όλοι ήξεραν πως η Πάξι ερχόταν για βοήθεια.
Η Πάξι έτρεχε παντού.
Σε σπίτια, σε πάρκα, σε αποθήκες, σε δάση.
Δεν ξεχώριζε μεγάλους από μικρούς.
Όποιος είχε ανάγκη, ήταν φίλος της.
«Κρατηθείτε!» φώναζε με τα φώτα της να αναβοσβήνουν.
«Η Πάξι είναι εδώ!»
Και τότε άρχιζε η δουλειά.
Η μάνικά της ξετυλιγόταν γρήγορα και…
πλατ πλατ, πλατ πλατ!
Το νερό έβγαινε ρυθμικά, σαν να είχε μουσική.
Πλατ πλατ πλιτς πλατ,
η φωτιά μικραίνει τσακ τσακ!
Τα άλλα αυτοκίνητα έλεγαν πως η μάνικα της Πάξι δεν έσβηνε απλώς φωτιές…
τραγουδούσε.
Όταν μια μικρή φωτιά τρόμαξε τα δέντρα στο πάρκο,
η Πάξι έφτασε πρώτη.
«Μη φοβάστε!» είπε στα δεντράκια.
Και η μάνικα άρχισε πάλι:
πλατ πλατσ, πλατ πλατσ…
Οι φλόγες έσβησαν.
Τα φύλλα ηρέμησαν.
Και ο αέρας μύρισε ασφάλεια.
Μια άλλη μέρα, ένα μικρό ποδήλατο είχε κολλήσει κοντά σε καπνούς.
Το παιδί φοβόταν.
Η Πάξι έσκυψε προσεκτικά.
«Εδώ είμαι εγώ», είπε γλυκά.
Και πάλι…
πλατ πλατ πλατσ!
Η φωτιά έφυγε, σαν να άκουσε το τραγούδι και να ντράπηκε.
Όλοι αγαπούσαν την Πάξι.
Γιατί δεν ήταν μόνο γρήγορη.
Ήταν ήρεμη.
Ήξερε πως όταν υπάρχει φωτιά, χρειάζεται καρδιά δροσερή.
Το βράδυ, όταν όλα ησύχαζαν,
η Πάξι γύριζε στο σταθμό της.
Η σειρήνα της σιωπούσε.
Η μάνικα ξεκουραζόταν.
Μα μέσα της, η Πάξι χαμογελούσε.
Γιατί ήξερε πως την επόμενη φορά που θα ακουγόταν:
νιι νοο, νιι νοο!
θα ήταν πάλι έτοιμη.
Να τρέξει.
Να βοηθήσει.
Να σβήσει φωτιές.
Και να παίξει…
το πιο όμορφο τραγούδι της πόλης: το τραγούδι της ασφάλειας και της φροντίδας!
