Ο Λάμπρος ήταν αστυνομικός και του άρεσε ιδιαίτερα η νυχτερινή βάρδια. Όταν οι δρόμοι άδειαζαν και η πόλη ηρεμούσε, μπορούσε να παρατηρεί πράγματα που μέσα στη μέρα περνούσαν απαρατήρητα.
Ένα βράδυ ξεκίνησε την περιπολία του λίγο πριν τα μεσάνυχτα. Οι βιτρίνες των καταστημάτων ήταν σβηστές, οι πλατείες σχεδόν άδειες και τα φώτα των δρόμων φώτιζαν ήσυχα τα πεζοδρόμια.
Καθώς περπατούσε, άκουγε μόνο τον ήχο των βημάτων του.
Έφτασε σε μια γειτονιά με παλιά πέτρινα σπίτια. Στα παράθυρα υπήρχαν γλάστρες με βασιλικό και γιασεμί, ενώ από ένα ανοιχτό παράθυρο ακουγόταν μια ήρεμη μελωδία από πιάνο.
Ο Λάμπρος σταμάτησε για λίγο.
Η πόλη τη νύχτα είχε μια διαφορετική ομορφιά.
Συνέχισε τη διαδρομή του μέχρι το μεγάλο πάρκο. Τα δέντρα έριχναν τις σκιές τους στα μονοπάτια και το φως του φεγγαριού φώτιζε το γρασίδι.
Έκανε έναν τελευταίο γύρο και βεβαιώθηκε πως όλα ήταν ήρεμα.
Καθώς πλησίαζε το ξημέρωμα, ο ουρανός άρχισε να φωτίζει σιγά σιγά. Οι πρώτοι φούρνοι άνοιγαν, οι μυρωδιές από το φρέσκο ψωμί γέμιζαν τους δρόμους και η πόλη ετοιμαζόταν να ξεκινήσει μια καινούρια μέρα.
Ο Λάμπρος κοίταξε τον ουρανό και χαμογέλασε.
Άλλη μία ήσυχη νύχτα είχε ολοκληρωθεί και μια νέα μέρα μόλις άρχιζε.
