Ο Άγγελος μπήκε στο εργαστήριό του κρατώντας έναν ολοκαίνουριο καμβά, μεγαλύτερο από όλους όσους είχε ζωγραφίσει μέχρι τότε.
Τον στερέωσε προσεκτικά στο καβαλέτο και άπλωσε δίπλα του τα πινέλα, τις μπογιές και την παλέτα του.
«Αυτός ο πίνακας θα είναι ξεχωριστός», είπε.
Βούτηξε το πινέλο στο γαλάζιο χρώμα και δημιούργησε πρώτα τον ουρανό.
Ύστερα πρόσθεσε απαλές αποχρώσεις του λευκού, του χρυσαφένιου και του πορτοκαλί, μέχρι που ο πίνακας άρχισε να αποκτά ζωή.
Στη συνέχεια ζωγράφισε ένα μεγάλο πέτρινο χωριό με στενά σοκάκια, πολύχρωμα παράθυρα και μικρές αυλές γεμάτες λουλούδια.
Ο Άγγελος έκανε λίγα βήματα πίσω και παρατήρησε το έργο του.
Χαμογέλασε.
Πήρε ένα λεπτό πινέλο και άρχισε να προσθέτει μικρές λεπτομέρειες.
Ζωγράφισε κεραμίδια στις στέγες, ξύλινα παντζούρια, γλάστρες στα μπαλκόνια και πέτρινα καλντερίμια που ένωναν τα σπίτια.
Όσο περνούσε η ώρα, ο πίνακας γινόταν όλο και πιο ζωντανός.
Όταν ολοκλήρωσε και την τελευταία πινελιά, άφησε το πινέλο πάνω στο τραπέζι.
Πλησίασε τον καμβά και τον παρατήρησε προσεκτικά από την αρχή μέχρι το τέλος.
Ήταν ακριβώς όπως τον είχε φανταστεί.
Άνοιξε το παράθυρο του εργαστηρίου και το φως του απογεύματος έπεσε πάνω στον πίνακα, κάνοντας τα χρώματα να λάμπουν ακόμη περισσότερο.
Ο Άγγελος χαμογέλασε με ικανοποίηση.
Ήξερε πως κάθε πίνακας ξεκινά από μια μικρή ιδέα και, με υπομονή και φαντασία, μπορεί να μετατραπεί σε ένα πραγματικό έργο τέχνης.
