Η Ελένη ήταν οδοντίατρος και αγαπούσε πολύ τη δουλειά της. Κάθε πρωί έφτανε νωρίς στο ιατρείο της, τακτοποιούσε προσεκτικά όλα τα εργαλεία και ετοίμαζε τον χώρο για να υποδεχτεί τους επισκέπτες της.
Ένα ηλιόλουστο πρωινό άνοιξε τα παράθυρα, άφησε το φως να γεμίσει το δωμάτιο και πότισε τα μικρά φυτά που στόλιζαν την αίθουσα αναμονής.
Ήθελε όποιος περνούσε την πόρτα του ιατρείου να αισθάνεται άνετα και χαρούμενα.
Αφού τακτοποίησε τα πάντα, κάθισε για λίγο στο γραφείο της και έλεγξε το πρόγραμμα της ημέρας.
Σε λίγο ακούστηκε το κουδούνι της εισόδου.
Η Ελένη υποδέχτηκε τους επισκέπτες της με ένα ζεστό χαμόγελο και τους καλωσόρισε.
Καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας εργαζόταν με προσοχή και φροντίδα, εξηγώντας πόσο σημαντικό είναι να βουρτσίζουμε σωστά τα δόντια μας, να χρησιμοποιούμε οδοντικό νήμα και να επισκεπτόμαστε τακτικά τον οδοντίατρο.
Όταν ολοκληρώθηκε το πρόγραμμα, τακτοποίησε ξανά το ιατρείο της, καθάρισε τον χώρο και έκλεισε προσεκτικά τα φώτα.
Πριν φύγει, στάθηκε για λίγο μπροστά στο παράθυρο και κοίταξε τον ήλιο που έδυε.
Χαμογέλασε.
Ήξερε πως κάθε μέρα είχε την ευκαιρία να βοηθά τους ανθρώπους να φροντίζουν το χαμόγελό τους.
Κλείδωσε την πόρτα του ιατρείου και πήρε τον δρόμο της επιστροφής, έτοιμη να ξεκινήσει με την ίδια αγάπη και την επόμενη ημέρα.
