Ο Τάκης ο φούρναρης ξύπνησε πολύ νωρίς, όπως κάθε μέρα.
Φόρεσε τη λευκή ποδιά του, άναψε τον μεγάλο φούρνο και άρχισε να ζυμώνει ψωμιά, κουλούρια και αφράτα τσουρεκάκια.
Όμως εκείνο το πρωινό ήταν ξεχωριστό.
Η πόλη ετοιμαζόταν για το μεγάλο πανηγύρι και όλοι περίμεναν τα διάσημα κουλούρια του Τάκη.
«Σήμερα θα φτιάξω χίλια κουλούρια!» είπε χαρούμενος.
Καθώς η ζύμη φούσκωνε, ο Τάκης σιγοτραγουδούσε και μοσχοβολούσε ολόκληρη η γειτονιά.
Ξαφνικά, όμως, ένα δυνατό φύσημα αέρα μπήκε από το ανοιχτό παράθυρο και σκόρπισε το αλεύρι παντού.
«Πω πω!» γέλασε ο Τάκης.
Τα μαλλιά του έγιναν άσπρα σαν χιόνι και η μύτη του γέμισε αλεύρι.
Αλλά δεν στενοχωρήθηκε.
Καθάρισε το εργαστήριο, ξαναζύμωσε τη ζύμη και έβαλε τα πρώτα κουλούρια στον φούρνο.
Λίγο αργότερα, η μυρωδιά απλώθηκε σε όλη την πόλη.
Οι περαστικοί σταματούσαν έξω από τον φούρνο.
«Τι υπέροχη μυρωδιά!» έλεγαν.
Μέχρι το μεσημέρι, τα καλάθια είχαν γεμίσει με ζεστά ψωμάκια, τραγανά κουλούρια και αφράτα ψωμιά.
Όταν άρχισε το πανηγύρι, όλοι είχαν από ένα χαμόγελο και ένα κουλούρι στα χέρια.
Ο Τάκης κοίταξε τον ουρανό και χαμογέλασε.
«Δεν υπάρχει πιο όμορφο πράγμα από το να ξυπνάς νωρίς και να γεμίζεις τον κόσμο με όμορφες μυρωδιές.»
Το βράδυ, καθώς έκλεινε τον φούρνο του, είδε το φεγγάρι να λάμπει πάνω από την πόλη.
«Αύριο θα φτιάξω ακόμα περισσότερα!» είπε γελώντας.
Και αποκοιμήθηκε, ονειρευόμενος καινούριες συνταγές για την επόμενη μέρα.
